Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

«Ήλο ήλο»

Φωνάζει η κόρη. «Κάτω μπαμπάλα, κάτω!» σου δείχνει ένα χεράκι την πολυθρόνα δίπλα στη βιβλιοθήκη. «Ήλο ήλο», δείχνει το άλλο το τρίτο ράφι. Εκεί που βρίσκεται, ξανά μετά από σαράντα περίπου χρόνια, το βιβλιαράκι της Ντενεκεδούπολης!
Ελαφρό μειδίαμα ευχαρίστησης απλώνεται στα χείλη και κάθεσαι, τραβάς το βιβλίο. Σκαρφαλώνει και θρονιάζεται στην αγκαλιά σου, ξαπλώνει αναπαυτικά στο στήθος σου κοιτώντας το παλιό, λίγο ξεθωριασμένο, από την πολλή χρήση,  βιβλιαράκι στα χέρια σου. Το ανοίγετε και αρχίζει να γυρνά τις σελίδες, όπως ακριβώς τις είχες αφήσει πριν τόσα και τόσα χρόνια, και δείχνει ένα, ένα τα ντενεκάκια: «Σαρδέλας, Μηλίτσα, Βουτυράτος, Οκέυ-μπαμ-μπαμ, Σοφός, Λαδένιος» της τα ονοματίζεις ένα, ένα.
«Τούτο μπαμπάλα;» δείχνει τον χρωματιστό κύκλο ψηλά
«Ο ήλιος, που λέει την ιστορία!» της λες.
Άραγε, αν δεν το είχες ακόμα από τα μικράτα σου, θα μπορούσε να το βρει πουθενά; Εσύ θα το θυμόσουν; Υπάρχει άραγε άλλο αντίγραφο στα χέρια παιδιού σήμερα; Τριγυρνά το μυαλό σου, γυρνά πίσω, στη μοναδική ζωντανή ανάμνηση από αυτό το βιβλιαράκι, Ιτέα, να κάθεσαι να το διαβάζεις με τη ρεσεψιονίστ του ξενοδοχείου. Πρέπει να ήταν τη χρονιά που βούτηξες με το ποδήλατο από την αποβάθρα στη θάλασσα; Πιθανό.
Μπορεί να είναι αυτή η μοναδική ζωντανή ανάμνηση, αλλά το βιβλίο είναι οικείο, γνώριμο, είχες περάσει ώρες επάνω του. Και τώρα η μικρή κάθεται και το χαζεύει, ίσως σε λίγο να καθίσει να σε ακούσει να της το διαβάζεις – δεν κάθεται με τίποτε, ούτε δευτερόλεπτο, το ζιζάνιο, και αργότερα μπορεί να το διαβάζει κι αυτή μόνη, να ξεκινήσει έτσι ένα ταξίδι στα βιβλία… Θα αντέξει άραγε, το βιβλίο, να δει κι εγγόνια; Αναρωτιέσαι – χωρίς να το πολυπιστεύεις, αλλά εδώ που τα λέμε, για παιδικό βιβλίο, παράξενο είναι που άντεξε να δει και παιδιά!
Κυκλοφορεί άραγε σήμερα η ντενεκεδούπολη; Ή άραγε φαντάζει παρωχημένη στους σημερινούς γονείς; Δεν την έχεις δει σε κανένα ράφι πάντως. Εδώ που τα λέμε δεν βρίσκεις και πολλά βιβλιοπωλεία, ούτως ή άλλως…