Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

Η εκπνοή του '14

Στην εκπνοή το ’14 βγάλαμε το μαγκάκο από την καλαθούνα, γιατί δυόμισι μηνών δεν έγινε να πεις, αλλά τους εξήντα πόντους τους έπιασε! Θα κοιμηθεί για πρώτη φορά, σήμερα το βράδυ σε κρεβατάκι.
Στην εκπνοή το ’14 η τιτινούλα έγινε πολύ σκανδαλιάρα, και ενώ εδώ και μια εβδομάδα έχει πια βγάλει το κάγκελο από το δικό της κρεβατάκι, αποφάσισε ότι θέλει να κλειστεί στο κλουβάκι του αδερφού της.
Στην εκπνοή του ’14 ήρθαν τα κρύα και παρολίγο να χιονίσει στον κήπο σας, αλλά τελικά το μετάνιωσε και τα παιδιά δε θα δουν το πρώτο τους χιόνι. Μπορεί να τους το φέρει ο νέος χρόνος…
Στην εκπνοή του ’14 διαλύθηκε η ελληνική βουλή και άρχισαν τα όργανα. Ο νέος χρόνος θα φέρει εκλογές και ποιός ξέρει τι άλλο. Το σίγουρο είναι πως θα ξεκινήσει με νταούλια και ζουρνάδες, και τον ήλιο δεν ξέρεις αν θα τον τρελάνει, τον έλληνα σίγουρα. Το κακό είναι πως δεν τρελαίνει τον ευρωπαίο όμως…
Φεύγει ο χρόνος. Όμορφος χρόνος στο σπίτι σου, άσχημος έξω από αυτό.
Τι σημασία έχει; Καμία. Συμβάσεις του μυαλού.
Ο καινούργιος; Μάλλον δυσκολότερος του απερχόμενου. Ποικίλοι οι λόγοι. Όμορφος όμως σίγουρα προμηνύεται με τα δυο ζιζανιάκια να σηκώνουν το σπίτι στον αέρα.
Μην το γκρεμίσουν μόνο γιατί δε βλέπεις η Μέρκελ να σε κατατάσσει στις χρήζουσες βοήθειας ομάδες…!

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

Παιδιά...

Θυμήθηκες που λες τη «διαβολογυναίκα» και χαμογέλασες. Βρίσκεις σχεδόν αδύνατο να βρεις μία ώρα (συμπυκνωμένη κι ενιαία) την ημέρα, να ασχοληθείς λίγο με τα κείμενά σου. Στο μούσκιο πάλι λοιπόν κινδυνεύουν να μείνουν οι περιπέτειες…
Και δεν το θέλουν καθόλου τα καημένα, αλλά να, η κόρη τρέχει όλη μέρα από πίσω σου, ζηλεύει τον μικρό της αδερφό, η μαμά αδυνατεί να την κρατήσει έστω και για λίγο, την έχει πλήρους απασχόλησης ο μικρός, οι παππούδες όλο και κάποια δουλειά έχουν, ε εσύ όταν κοιμούνται, όποτε κοιμούνται, μάλλον δεν έχεις την πνευματική διάθεση να ασχοληθείς με κάτι, μάλλον τη διάθεση να κοιμηθείς έχεις…
Ο μικρός φαίνεται θα μείνει παραπονεμένος. Δεν το θέλεις, αλλά η κόρη σου καταναλώνει όλον τον χρόνο. Δεν σε αφήνει καν να τον πάρεις αγκαλιά για πάνω από λεπτό, εκτός και αν βρίσκεται και αυτή μαζί στην ίδια αγκαλιά! Εξαναγκαστικά λοιπόν δεν καταφέρνεις να τον δεις και να του φερθείς όπως και στην κόρη. Και δεν έχεις καμία διάθεση να τον αφήσεις σε δεύτερη μοίρα γιατί είναι δεύτερος, γιατί δεν μπορείς να τον αγαπήσεις το ίδιο, γιατί…
Δύσκολο πράμα…
Εντάξει, μια στο τόσο ξεκλέβεις λίγο χρόνο για να περάσεις και από εδώ…
Έτσι, να αφήσεις μια δική σου πνοή στην απεραντοσύνη του διαδυκτίου!

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

«Ήλο ήλο»

Φωνάζει η κόρη. «Κάτω μπαμπάλα, κάτω!» σου δείχνει ένα χεράκι την πολυθρόνα δίπλα στη βιβλιοθήκη. «Ήλο ήλο», δείχνει το άλλο το τρίτο ράφι. Εκεί που βρίσκεται, ξανά μετά από σαράντα περίπου χρόνια, το βιβλιαράκι της Ντενεκεδούπολης!
Ελαφρό μειδίαμα ευχαρίστησης απλώνεται στα χείλη και κάθεσαι, τραβάς το βιβλίο. Σκαρφαλώνει και θρονιάζεται στην αγκαλιά σου, ξαπλώνει αναπαυτικά στο στήθος σου κοιτώντας το παλιό, λίγο ξεθωριασμένο, από την πολλή χρήση,  βιβλιαράκι στα χέρια σου. Το ανοίγετε και αρχίζει να γυρνά τις σελίδες, όπως ακριβώς τις είχες αφήσει πριν τόσα και τόσα χρόνια, και δείχνει ένα, ένα τα ντενεκάκια: «Σαρδέλας, Μηλίτσα, Βουτυράτος, Οκέυ-μπαμ-μπαμ, Σοφός, Λαδένιος» της τα ονοματίζεις ένα, ένα.
«Τούτο μπαμπάλα;» δείχνει τον χρωματιστό κύκλο ψηλά
«Ο ήλιος, που λέει την ιστορία!» της λες.
Άραγε, αν δεν το είχες ακόμα από τα μικράτα σου, θα μπορούσε να το βρει πουθενά; Εσύ θα το θυμόσουν; Υπάρχει άραγε άλλο αντίγραφο στα χέρια παιδιού σήμερα; Τριγυρνά το μυαλό σου, γυρνά πίσω, στη μοναδική ζωντανή ανάμνηση από αυτό το βιβλιαράκι, Ιτέα, να κάθεσαι να το διαβάζεις με τη ρεσεψιονίστ του ξενοδοχείου. Πρέπει να ήταν τη χρονιά που βούτηξες με το ποδήλατο από την αποβάθρα στη θάλασσα; Πιθανό.
Μπορεί να είναι αυτή η μοναδική ζωντανή ανάμνηση, αλλά το βιβλίο είναι οικείο, γνώριμο, είχες περάσει ώρες επάνω του. Και τώρα η μικρή κάθεται και το χαζεύει, ίσως σε λίγο να καθίσει να σε ακούσει να της το διαβάζεις – δεν κάθεται με τίποτε, ούτε δευτερόλεπτο, το ζιζάνιο, και αργότερα μπορεί να το διαβάζει κι αυτή μόνη, να ξεκινήσει έτσι ένα ταξίδι στα βιβλία… Θα αντέξει άραγε, το βιβλίο, να δει κι εγγόνια; Αναρωτιέσαι – χωρίς να το πολυπιστεύεις, αλλά εδώ που τα λέμε, για παιδικό βιβλίο, παράξενο είναι που άντεξε να δει και παιδιά!
Κυκλοφορεί άραγε σήμερα η ντενεκεδούπολη; Ή άραγε φαντάζει παρωχημένη στους σημερινούς γονείς; Δεν την έχεις δει σε κανένα ράφι πάντως. Εδώ που τα λέμε δεν βρίσκεις και πολλά βιβλιοπωλεία, ούτως ή άλλως…

Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

Σκουπιδιαραίοι και νοικοκύρηδες



Ήταν κάπου το καλοκαίρι που λες, που ήρθε το πρώτο χτύπημα. 
«Σήκωσαν τον κάδο απέναντι, γιατί άραγε;»
«Εμ, αφού μέσα του, αντί για σκουπίδια, είχε από κλαδιά δέντρων μέχρι και… έπιπλα!», είπες, «πόσο καιρό φώναζα», το ‘φώναζα’ σε εισαγωγικά, γιατί αν φώναζες μπορεί και κάποιος να σε είχε ακούσει, αν και αμφιβάλεις αν θα σε είχε… ακούσει, «πόσο καιρό φώναζα πως είναι εντελώς απαράδεκτο και πως αυτή η συμπεριφορά είναι ανώριμη και ανεύθυνη για πολίτες;»
Ανοησίες… κανείς δεν αποδέχθηκε τη ‘θεωρία σου’. Πονάει και δεν βολεύει…
Όμως ο κάδος δεν ξαναήρθε ποτέ, όπως υπέθεταν όσοι θεωρούσαν πως τον μάζεψαν για… επισκευή δηλαδή!
Μέσα Σεπτέμβρη λοιπόν, εξαφανίστηκε και δεύτερος κάδος - πουθενά η Νικολούλη ακόμα! 
Καμιά διακοσαριά μέτρα μακριά αυτός. Ήταν μόνιμα γεμάτος με μπάζα, κάποια στιγμή μέχρι και ο κορμός (μαζί με τα φύλλα, μην στενοχωρηθεί) ενός μικρού φοίνικα εμφανίστηκε μέσα εκεί… τί να πεις…
Οι κάτοικοι που λες, για διαμαρτυρία, άρχισαν να αφήνουν χύμα τα σκουπίδια τους στη θέση του κάδου! Ευτυχώς δεν αφήνουν και τα μπάζα τους έτσι, αν και η πλαγιά είναι σχεδόν μόνιμα γεμάτη με τέτοια… μέχρι και σπασμένη λεκάνη τουαλέτας βρήκες πεταμένη μια μέρα εκεί!
Δικαίως αναρωτιέσαι… γιατί λοιπόν να μην μας αφήσει η πολιτεία να πνιγούμε στο… σκουπίδι μας; Μπας και βάλουμε μυαλό δηλαδή ως πολίτες – που, εδώ που τα λέμε, δεν το βλέπεις εφικτό μέσα στο επόμενο πενηνταετές αναπτυξιακό…

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

Despair little user



Is it only me that appreciates not in the least the new windows look?
It’s not the changes I’ll suffer, it is mostly the tantalizing feeling I cannot bridle my computer and the rough-coarse view that offends my eyes, that torments my painstaking strive to tackle with them.
Under the skin, by all appearances, it remains unchanged; what atrocious mind captured the transmutation to that offensive likeness, without affording the choice of reverting to a former aspect?