Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2009

Οικονομική και περιβαλλοντική κρίση

Στη σύγχρονη κοινωνία όλες οι δραστηριότητες «πηγάζουν» από το οικονομικό μοντέλο ανάπτυξης το οποίο αυτή έχει υιοθετήσει. Ένα μοντέλο που στηρίζεται στην «υπόθεση επαρκών πόρων για ανάπτυξη». Η υπόθεση αυτή όμως είναι απολύτως εσφαλμένη αφού ο πλανήτης μας, η κοινωνία μας η ίδια, είναι συστήματα πεπερασμένων πόρων. Η αμετροέπεια στην οποία έσυρε κυριολεκτικά η υπόθεση επαρκών πόρων τον άνθρωπο είναι υπεύθυνη για τις περισσότερες «πληγές» του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού. Υπό αυτή την έννοια, η διατύπωση της φράσης «για το φαινόμενο του θερμοκηπίου ευθύνονται οι οικονομολόγοι» είναι πέρα για πέρα αληθής, αφού αυτοί είναι που υιοθέτησαν την υπόθεση επαρκών πόρων και οδήγησαν στην εγκατάσταση του ισχύοντος μοντέλου ανάπτυξης.
Με «πρόσχημα» την οικονομική κρίση που βιώνει ο πλανήτης σήμερα, οι δύο ισχυρότεροι πυλώνες της ευρωπαϊκής ένωσης, η Γαλλία και η Γερμανία, ζητούν ήπια μέτρα για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα, χωρίς καν προσχήματα, δεν προτίθενται να δεσμευτούν σε ελάττωση εκπομπών κατά 40%, παρότι κρίνεται αναγκαίο για μια αρχική σταθεροποίηση της παρούσας κατάστασης. Κι όμως, εν μέρει η οικονομική κρίση οφείλεται και στο φαινόμενο του θερμοκηπίου.
Οι περιβαλλοντικοί παράγοντες επηρεάζουν την ποιότητα και τη ζωή των αναπτυσσόμενων φυτών και εκτρεφόμενων ζώων. Από αυτούς, οι κυριότεροι είναι η θερμοκρασία και οι βροχοπτώσεις. Σήμερα, η ραγδαία επιδείνωση των παραμέτρων αυτών έχει επιφέρει ελάττωση της ποσότητας αλλά και της ποιότητας παραγωγής με άμεση συνέπεια την αύξηση των τιμών των τροφίμων. Τα ακραία καιρικά φαινόμενα που βιώνει ο πλανήτης εντείνουν το πρόβλημα, αφού η παρατεταμένη περίοδος ξηρασίας ελαττώνει την απόδοση της γεωργίας ενώ οι πλημμύρες σαπίζουν τα καλλιεργούμενα φυτά. Σημασία δεν έχει ο όγκος της βροχόπτωσης, αλλά η κατανομή της κατά τη διάρκεια της παραγωγικής περιόδου. Τελικά, η παραγωγή τροφής καταστρέφεται και το σύστημα οδηγείται σε περεταίρω αύξηση των τιμών.
Ταυτόχρονα, η κλιματική αλλαγή έχει προκαλέσει κύματα περιβαλλοντικής μετανάστευσης, δυσχεραίνοντας τις οικονομίες και θίγοντας την βιωσιμότητα των τοπικών κοινωνιών. Τα κοινωνικά προβλήματα που δημιουργούνται ευθύνονται με τη σειρά τους για την υποβάθμιση των οικονομικών δραστηριοτήτων στις περιοχές αυτές. Έτσι λοιπόν, η μεταβολή του κλίματος του πλανήτη φέρει το δικό της μερίδιο ευθύνης για τη σημερινή οικονομική κρίση, γεγονός που υποδεικνύει πως τα δύο αυτά αλληλένδετα προβλήματα δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μεμονωμένα, αλλά από κοινού. Συνεπώς, η προσχηματική αιτιολόγηση της άρνησης μέτρων λόγω της οικονομικής κρίσης δεν είναι τίποτε παραπάνω από προκάλυμμα εξυπηρέτησης συμφερόντων πρόσκαιρης και αμετροεπούς κερδοφορίας.
Ένα από τα βασικά ρυθμιστικά στοιχεία του κλίματος το οποίο θίγεται σημαντικά από την οικονομική δραστηριότητα των ανθρώπινων κοινωνιών είναι το δάσος. Στη σύγχρονη πραγματικότητα πρέπει η κοινωνία να αντιληφθεί πως η «γη για χρήση» δεν μπορεί να αξίζει παραπάνω από τη «γη για δάσος». Η απώλεια των δασικών εκτάσεων συνεπάγεται απώλεια αέρα, νερού και βιοποικιλότητας. «Χάνοντας το δάσος, χάνουμε ζωή». Η τιμολόγηση της εκμεταλλεύσιμης γης ακριβότερα από τη δασική, σύμφωνα με το ισχύον οικονομικό μοντέλο, ισοδυναμεί στο σύγχρονο «χρηματιστήριο αξιών» με τιμολόγηση του θανάτου ακριβότερα απ’ τη ζωή.
Το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής είναι πρωτίστως πολιτικό. Σε μια κοινωνία που παραβλέπει τους υπόλοιπους πυλώνες της αειφορίας και ασκεί την πολιτική της με βάση μόνο οικονομικούς στόχους, η εσαεί βιωσιμότητά της είναι αμφιλεγόμενη. Σήμερα, ακόμα και οι χρηματικές επιδοτήσεις από κίνητρο για υιοθέτηση βιώσιμων δραστηριοτήτων έχουν μετατραπεί σε «ευκαιρίες» και σε κερδοφόρους «επιχειρηματικούς τακτικισμούς». Σήμερα το ισχύον οικονομικό διαχειριστικό σχήμα καταστρέφει την ίδια την πολιτική. Σήμερα η κοινωνία, ενόσω η πλανητική υπερθέρμανση κρέμεται σαν δαμόκλειος σπάθη επάνω από το κεφάλι της, βρίσκεται μπροστά σε ένα από τα κυριότερα σημεία καμπής της ανθρωπότητας. Πρέπει να αντιληφθεί πως οι πόροι, υλικοί, ενεργειακοί, ακόμα και ανθρώπινοι, δεν είναι επαρκείς για τους αμετροεπείς ρυθμούς ανάπτυξης. Η γη, κάθε σύστημα, όσο μεγάλο και αν είναι, έχει μια φέρουσα ικανότητα και ο άνθρωπος δεν μπορεί να καταναλώνει πάνω από αυτή, εξαντλώντας έτσι το πλανητικό σύστημα. Τη συμπεριφορά αυτή, απ’ όλα τα ζώντα πλάσματα, την υιοθετούν μόνο οι ιοί και είναι αμφιλεγόμενο κατά πόσο οι τελευταίοι αποτελούν ζωή.