Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2006

Μνήμη, συνειδητή γνώση, σκέψη, ήθος

Ημερομηνία συναισθηματικά φορτισμένη από κάθε άποψη. Για ορισμένους επέτειος, σταδιακά εξασθενούντος νοήματος για κάποιους, αφορμή περίσκεψης για άλλους, αποτελεί εορτασμό επίκαιρο περισσότερο από ποτέ. Το Πολυτεχνείο ταυτίζεται με τον αγώνα της νεολαίας για ελευθερία, εθνική ανεξαρτησία και καλύτερη ζωή, έννοιες οι οποίες συνηγορούν στην «διαχρονική επικαιρότητα» της επετείου. Αγωνιστές με Ηρωισμό, Αυτοθυσία και Απόλυτη Αδιαλλαξία απέναντι στον αντίπαλο. Γενικευμένη εξέγερση, επανάσταση. Έννοιες επίσης συναισθηματικά φορτισμένες, θετικά ή αρνητικά. Έννοιες με περιεχόμενο που υφίσταται μετάλλαξη, αμφισβητείται , συχνά χρησιμοποιείται καιροσκοπικά αλλά πίσω απ’ όλα συνεχίζει να έχει στην πραγματικότητα διαχρονική και δεδομένη έννοια, όπως και αν προβάλλεται την εκάστοτε δεδομένη στιγμή. Όρος πολύσημος που δεν εξαντλείται σε σύντομες περιγραφές και επιφανειακές ερμηνείες.
Ζούμε την εποχή της παγκοσμιοποίησης, με ό,τι θετικό και αρνητικό συνεπάγεται. Δεν είναι λίγοι όσοι πιστεύουν πως η παγκοσμιοποίηση χρειάζεται μεταρρύθμιση, γεγονός φανερό από την παγκόσμια μαζική κινητοποίηση των τελευταίων καιρών. Λείπει όμως είν’ η αλήθεια μια ριζική επαναστατική στοχοθεσία, μια συλλογική βούληση παρέμβασης στο είναι και το γίγνεσθαι των κοινωνικών σχέσεων. Οι κατά κυριολεξία επαναστάσεις δεν στοχεύουν στην ανατροπή και κατάκτηση της τρέχουσας εξουσίας. Eπιδιώκουν ρητά την ίδρυση νέου κοινωνικού συστήματος, ριζικά διαφορετικού από το ισχύον. Απαραίτητη προϋπόθεση η πίστη της μάζας πως όχι μόνο δικαιούται αλλά και μπορεί να δει αποτελεσματικά και μακροπρόθεσμα, ώστε να υπερβεί το παρόν, για χάρη ενός έστω αχνού συλλογικού μέλλοντος που καλείται να εκπληρώσει τις προσδοκίες της. Η επανάσταση, όπως αποκρυσταλλώθηκε για πρώτη φορά από τους φιλοσόφους του διαφωτισμού που εξήγγειλαν τη δυνατότητα αλλά και ανάγκη για μεθόδευση της έλλογης κοινωνικής προόδου σε όλα τα επίπεδα, είναι συνυφασμένη με την ελπίδα.
Η κοινωνική πραγματικότητα δεν αποτελεί εκ προοιμίου και έξωθεν θεμελιωμένη εκ θεού βουλήσεως αδυσώπητη εξωγενή πορεία ενός ανεξέλεγκτου από τους κοινούς θνητούς κόσμου. Ό,τι υπάρχει και ισχύει, αλλά και ό,τι πρόκειται να υπάρξει αποτελεί επίμαχο προϊόν της βούλησης και των πράξεων των εν ζωή μελών της κοινωνίας. Όνειρα, σχέδια και ελπίδες είναι απαλλαγμένες από το από καταβολής κόσμου φορτίο του εξ αποκαλύψεως δεδομένου.
Αναμφίβολα οι κοινωνικές αντιθέσεις φαίνεται να οξύνονται συνεχώς σε παγκόσμοιο επίπεδο. Κατά την τελευταία 15ετία και ενώ η συσσώρευση κεφαλαίων σε ιδιωτικά χέρια έχει φτάσει σε πρωτοφανή επίπεδα, οι εισοδηματικές ανισότητες τόσο ανάμεσα σε χώρες, όσο και στο εσωτερικό τους αυξάνονται συνεχώς. Πριν από 250 χρόνια το κατά κεφαλήν εισόδημα των πλούσιων χωρών ξεπερνούσε το αντίστοιχο των φτωχών κατά 30%, ενώ σήμερα εμφανίζεται περισσότερο από 100νταπλάσιο. Στο εσωτερικό των μεγάλων ανεπτυγμένων χωρών παρόλο που τα κέρδη αυξάνονται με ιλιγγιώδης ρυθμούς, πληθαίνουν ταυτόχρονα και οι στρατιές των φτωχών, των άστεγων, των κοινωνικά αποκλεισμένων. Ποτέ άλλοτε στην ιστορία της ανθρωπότητας τόσα πολλά δεν ελέγχονταν από τόσους λίγους εις βάρος τόσων πολλών. Η τάση άμβλυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων που επεδιώχθη και επετεύχθη από τα Κοινωνικά Κράτη μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο ανεστράφη θεαματικά. Με την εξαίρεση ελαχίστων (ευρωπαϊκών κατά το πλείστον) χωρών φαίνεται να επιστρέφουν οι όροι λειτουργίας του άγριου καπιταλιστικού συστήματος του 19ου αιώνα. Παγκοσμίως, μια μεγάλη μερίδα της ανθρωπότητας φαίνεται πως δεν έχει τίποτε παραπάνω να χάσει από τις αλυσίδες της.
Σε παγκόσμιο επίπεδο λοιπόν, οι αντικειμενικές συνθήκες για ανατροπή του κοινωνικού καθεστώτος συντρέχουν στο έπακρο. Παρόλ’ αυτά, σε καμιά στιγμή, από την εποχή της Γαλλικής επανάστασης, το πρόταγμα ανατροπής δεν ήταν τόσο απομακρυσμένο, όσο σήμερα. Η ιδεολογική νίκη του κυρίαρχου κοινωνικού πρότυπου εμφανίζεται πλήρης: ο κομουνισμός, η επανάσταση και η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής αποτελούν έννοιες μιαρές, εξοβελισμένες από το πολιτικό λεξιλόγιο, ενώ η πολύπαθη ιδέα του σοσιαλισμού έχει συρρικνωθεί σε μια πραγματιστική βούληση για μια κατά το δυνατόν δίκαιη διαχείριση του τρέχοντος κοινωνικού καθεστώτος. Όλα συμβαίνουν λες και η πλειοψηφία των πολιτών του πλανητικού χωριού έχει αποδεχθεί πως οι κυρίαρχοι θεσμοί και κοινωνικές σχέσεις δεν επιδέχονται αμφισβήτηση, ενώ ακόμα και αν επιδέχονται βελτίωση και ήπια μεταρρύθμιση, ο δημοκρατικός φιλελεύθερος καπιταλισμός εμφανίζεται ως οριστικά κατοχυρωμένο κοινωνικό σύστημα.
«Τέλος ιστορίας;». Ας μην ξεχνούμε πως «Τα πάντα ρεί».
Με δεδομένη την γνώση της «υπέρβασης» των προηγηθέντων επαναστάσεων και τις ακρότητες στης οποίες υπέπεσαν όταν εξωθήθηκαν στο να καταβροχθίσουν ανελέητα όλους τους «αντιφρονούντες» πέραν των «εχθρών», όλα τα επαναστατικά προτάγματα υποχρεώθηκαν να αντιπαρατεθούν όχι μόνο με την αυξανόμενη υλική καπιταλιστική ισχύ αλλά και με τον επώδυνο «εσωτερικό προβληματισμό» γύρω από πολιτικές, θεσμικές και ηθικές προοπτικές του οποιουδήποτε εγχειρήματος ριζικής ρήξης. Η συνεχής στάθμιση ανάμεσα στην επιλογή των αναγκαίων «αντισυστηματικών» μορφών βίας και την προώθηση των υπερκείμενων σκοπών αναδεικνύεται σε μείζον ηθικό πρόβλημα. Μετά το 1945 και ακόμα περισσότερο μετά το 1989, όλες οι «μη ειρηνικές» πολιτικές ενέργειες αρχίζουν να αντιμετωπίζονται ως εκ προοιμίου απαράδεκτες, με αποτέλεσμα να απαξιώνονται συλλήβδην και προκαταβολικά ανεξαρτήτως περιεχομένου. Έτσι, η μεγαλύτερη ίσως ιδεολογική νίκη του κυρίαρχου κοινωνικού συστήματος συνίσταται στην ευρύτερη εσωτερίκευση του αξιώματος πως όσες μορφές υλικής βίας δεν εκπορεύονται από την κατεστημένη έννομη τάξη είναι ηθικά απαξιωτέες ή ακόμα και εγκληματικές. Αξίωμα που παραδίδει την απόλυτη εξουσία στην έννομη τάξη αφαιρώντας την από την κοινωνία, καταστρατηγώντας την δημοκρατία. Οι ένδοξες κατά το παρελθόν λέξεις «επαναστάτης» και «επανάσταση», αντί να προσλαμβάνονται ως εξ ορισμού τους κατ’ εξοχήν πολιτικές έννοιες, αμαυρώνονται μέσα στο «κοινά εκτρεφόμενο περί δικαίου αίσθημα» το οποίο πριν απ’ οτιδήποτε άλλο αποστρέφεται όλες τις εκφάνσεις οποιασδήποτε μορφής βίας χωρίς να εξετάζει το περιεχόμενό τους ή την γενεσιουργό τους αιτία.
Η απουσία επαναστατικών προταγμάτων δεν οφείλεται μόνο στην οικουμενική φετιχοποίηση της μη διαπραγματεύσιμης «δημοκρατικής ειρήνης». Σημαντικό ρόλο παίζει και η θεαματική αλλαγή των σχέσεων οικονομικής και πολιτικής εξουσίας. Εδώ εντοπίζεται η σημασία της κατάτμησης των κοινωνικών κινημάτων που στήριζαν μέχρι σήμερα την οργανωτική και ιδεολογική εμβέλεια στην άμεση δυνατότητα αποτελεσματικής παρέμβασης στους χώρους παραγωγής. Έτσι προωθούνται χωρίς αντίσταση η ευελιξία εργασιακών σχέσεων, η οικουμενική υποχώρηση των εργασιακών κεκτημένων, η εξατομίκευση των κοινωνικών νοοτροπιών η αποσυνδικαλιστικοποίηση και η αποπολιτικοποίηση. Στον ανεπτυγμένο κόσμο, και σε αντίθεση με τις ιστορικές αποδείξεις, αποδυναμώνεται η διάχυτη πεποίθηση των ανθρώπων πως είναι δυνατόν να βελτιώσουν την μοίρα τους μέσα από συλλογικούς αγώνες. Οι ιδεολόγοι που επιδιώκουν συνολικές βελτιστοποιήσεις βαφτίζονται με συνοπτικές διαδικασίες ονειροπόλοι, νοσταλγοί ενός παρωχημένου παρελθόντος, απροσάρμοστοι, παράφρονες και ηλίθιοι. Έτσι η ίδια η παγκοσμιοποίηση εκφράζεται πλέον, σε αντίθεση με την γενεσιουργό της αιτία, ως «έξωθεν δεδομένη νομοτελειακή πορεία»! Η ελεύθερη κινητικότητα όλων των συντελεστών παραγωγής, εξαιρουμένης της εργασίας, η απορύθμιση των κοινωνικών σχέσεων, η άνευ όρων ανταγωνιστικότητα και ο άκρατος αγοραίος ορθολογισμός αναδεικνύονται σε θέσφατα της νέας έννομης τάξης. Η οικονομική πρόοδος αποτελεί την αυτονόητη συνταγή προς την αυτόματη (υποτιθέμενη) βελτίωση των εγκόσμιων πραγμάτων, την στιγμή που η ανθρωπότητα ολόκληρη πλέον πιστεύει πως «τίποτε δεν είναι αυτονόητο». Για πρώτη φορά δε από την εποχή του διαφωτισμού θεωρείται πως η βελτίωση δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της συλλογικής βούλησης αλλά δίδεται στα χέρια των «ολίγων». Έτσι ο πολιτικός λόγος χάνει την ουσιαστικότητά του, οι ελπίδες εξατομικεύονται και η ανθρώπινη δράση απομακρύνεται από την υπηρεσία του «κοινού συμφέροντος».
Έτσι, ειρωνικά, επιβεβαιώνεται πως η εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων οριοθετεί τις παραγωγικές σχέσεις, αντί του αντίθετου. Με την παγκοσμιοποίηση, ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής μοιάζει να βρήκε, προσωρινά τουλάχιστον, τρόπο να διαχέει τις αντιφάσεις που γεννά, με τα κοινωνικά υποκείμενα ανίκανα επί του παρόντος να αμυνθούν, να οργανωθούν και κατά μείζονα λόγο να δράσουν έλλογα από κοινού. Ο κόσμος μας εμφανίζεται έτσι και πάλι ανεξέλεγκτος, ασύλληπτος και μη–υποκείμενος σε ορθολογικούς χειρισμούς. Ανατρέψαμε δηλαδή τις αρχές και τους στόχους μας και επαναφέρουμε σιγά-σιγά τον σκοταδισμό προ του διαφωτισμού.

Ημέρα μνήμης και περισυλλογής η σημερινή. Ημέρα φόρος τιμής σε όσους πίστεψαν πως τίποτε δεν είναι δεδομένο, πως όλα βελτιώνονται για όλους, και είχαν το θάρρος που χρειάζεται για να σταθούν αδιάλλακτοι απέναντι σε τυράννους.

Ηθικοπολιτικά δικαιολογημένη,
δημοκρατικά παράνομη,
η επανάσταση δεν είναι πράξη.
Είναι αχρωμάτιστη ιδεολογία ήθους και τρόπος ζωής.