Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2006

Καφές νούμερο τρία…

…κι όλας, χωρίς καμιά διάθεση να παραβγώ την συνέταιρο που αναγνωρισμένα κατέχει τα πρωτεία, αφού από την ημέρα που αποφάσισα πως οι 15 καφέδες την ημέρα μάλλον θα μου κάνουν κακό, ο τρίτος καφές της ημέρας σπάνια παρασκευάζεται. Πάνε κοντά 15 χρόνια από τότε. Ίσως βέβαια η ποσότητα καφεΐνης που είχα μαζέψει να ήταν τόσο μεγάλη που συνεχίζει να δρα ακόμα και σήμερα. Η αλήθεια είναι πως εκείνα τα χρόνια ο καφές φαινόταν να με κοιμίζει. Αντιθέτως, συνήθως όταν νύσταζα και ερχόταν να με ξεσηκώσουν (ή μάλλον να μου ζητήσουν να τους ξεσηκώσω), με πότιζαν ένα-δύο ποτηράκια ουίσκυ και έτοιμος ο δικός σου για ξενύχτι μέχρι πρωίας. Προφανώς λοιπόν η καφεΐνη συσσωρευόταν με δόλο σε κάποια άγνωστη αποθήκη, περιμένοντας την κατάλληλη ευκαιρία να δράσει. Έτσι λοιπόν, οφείλω να ομολογήσω πως υπάρχει χειρότερο πράμα από την αϋπνία: Να νυστάζεις όρθιος και να ξυπνάς ξαπλωμένος. Και επειδή όρθιος δεν μπορείς να κοιμηθείς λόγω βαρύτητας, καταλήγεις να τσακώνεσαι με τα σεντόνια, με κάτι νεύρα τεντωμένα μέχρι το ταβάνι. Το θέμα του τσακωμού βέβαια παραμένει ένα μυστήριο, αφού θυμάμαι μεν πως τα είχα βάλει στην γωνία και τα κατσάδιαζα άγρια, μέχρι που φτάσαμε να παίξουμε και ξύλο δηλαδή, αλλά δεν θυμάμαι το «Γιατί;». Να ’ταν πολιτική ή ιδεολογική η διαφορά μας; Το μεσανατολικό ή το κυπριακό αφορούσε; Η αλήθεια είναι δεν θυμάμαι αλλά θυμάμαι ξεκάθαρα πως είχα φτάσει σε επίπεδο να θέλω να τα σκίσω (ελλείψει γάτας την πληρώνουν τα σεντόνια)

Λογικό είναι λοιπόν, με τόσα νεύρα πώς να κοιμηθείς; Και να έχει πάει τριάμισι, και να θες να σηκωθείς στις 8, και να λες πως έλα λίγο ακόμα και θα τελειώσει ο τσακωμός να κοιμηθούμε, να κάνουμε και καμιά δουλειά αύριο, και ο τσακωμός να μην τελειώνει. Και πάνω που τελικά τα σεντόνια βαρέθηκαν να με πρήζουν με τις ιδέες τους και εγώ παραιτήθηκα και το έριξα στον ύπνο (άστα να μιλάνε είπα), ε να έφτασε 7, το ξυπνητήρι δεν χτύπησε ακόμα (κοιμόταν για μία ώρα ακόμα δηλαδής το αχαΐρευτο) και κάτι μέσα μου αποφάσισε πως έπρεπε να ξυπνήσω. Το βιολογικό μου ρολόι πάντως δεν ήταν, αυτό είναι ρυθμισμένο για τις 9. Βρε τι ήταν; Δεν ξέρω. Βρε τι έγινε; Τίποτε. Βρε γιατί ξύπνησα; Γιατί είσαι αν… (σσς μην το πείς). Τότε έχεις άλλη μια ώρα… «Κοιμήσου» (Φιλιππίδης, υποδυόμενος την Δάφνη). Μάιστα καπιτάνο. Ε έκανα και εγώ ότι κοιμάμαι για να μην με πρήζει και που και που άνοιγα λίγο το βλέφαρο να δω αν κοιτάει και τι ώρα πήγε. Ε όταν έφτασε 8 παρά κάτι προσποιήθηκα πως θέλω τουαλέτα και σηκώθηκα – δεν άντεχα άλλο την προσποίηση…

Κατέληξα λοιπόν να πίνω ήδη τον τρίτο καφέ μου και να αναρωτιέμαι πότε θα με πιάσει ο πονοκέφαλος, ενώ το μυαλό μου υπολειτουργεί, ο σβέρκος είναι πιασμένος και από τα πόδια δεν έχω πάρει ακόμα απάντηση (κάποιο νεύρο, στο ενδιάμεσο, θα αποκοιμήθηκε)

Και πάω και στοίχημα πως όταν θα φτάσει 11 το βράδυ θα είμαι περδίκι και δεν θα νυστάζω μία, στην οριζόντια τουλάχιστον!

Μήπως να τα βάλω τελικά με τον Νεύτωνα;
Αυτός φταίει που πήγε κι ανακάλυψε την βαρύτητα…