Τρίτη, 19 Αυγούστου 2008

Οι γρύλοι

Τις μέρες αυτές μαζεύτηκε μέρος της «παλιοπαρέας». Συναντήσεις χωρίς πρόγραμμα ή τηλέφωνα. Απλά περπατάς στην παραλία και «πέφτεις πάνω» σε γνωστές φάτσες. Κάθεσαι και πίνεις το ποτό σου (και το δεύτερο και το τρίτο) και κουβεντιάζεις περί ανέμων και υδάτων με ανθρώπους που έκανες παρέα από παιδί. Μαζεύεστε τελικά, χωρίς ραντεβού, σαν από μια συμπαντική συνομωσία, όλοι μαζί (αλλά και άλλοι γνωστοί που θα κάτσουν για κανά μισάωρο να κουβεντιάσουν μαζί σας και να πιούν ένα καφέ) σε κάποιο απ’ τα συνήθη στέκια – τα πιο ήσυχα και δροσερά. Το πιο περίεργο όμως είναι πως αυτός ο αυθορμητισμός και η ζεστή και ευχάριστη παρέα χάνεται το χειμώνα. Μια φίλη δραστηριοποιείται κυριολεκτικά πλάι σου στην τσιμεντούπολη, μένετε πολύ πιο κοντά εκεί, σε ανηγμένα δεδομένα, κι όμως βρισκόσαστε μόνο εδώ. Εκεί ούτε καν κατά τύχη δεν έχετε συναντηθεί παρότι θεωρητικά καταλαμβάνετε τον ίδιο χώρο σε ιδιαίτερα συγγενείς χρονικές στιγμές. Προφανώς ποτέ ταυτόχρονα.
Η δύναμη της συνήθειας είναι πολύ μεγάλη. Κάθε βράδυ που κατεβαίνεις στην παραλία, αλλά και κάθε νύχτα που γυρνάς, σηκώνεις το βλέμμα να πεις μια κουβέντα, έναν ευχάριστο λόγο. Και το βλέμμα αντικρίζει πλέον ένα άδειο μπαλκόνι. Όπως και να το κάνουμε αισθάνεσαι πιο άδειος. Αναρωτιέσαι πότε και άν στο μέλλον το μπαλκόνι θα ξαναγεμίσει, μ’ ένα μέρος τουλάχιστον απ’ τους ανθρώπους που χαιρετούσες μέχρι «χτες», ή αν θα αλλάξουν ριζικά οι συνήθειες. Πάντως σίγουρα σου λείπει το καλησπέρισμα.
Οι νύχτες ξανάγιναν δροσερές, παρότι την ημέρα ο ήλιος καίει. Γρύλοι. Την νύχτα απ’ την ανοιχτή μπαλκονόπορτα μπαίνει η φωνή των γρύλων οι οποίοι εδώ εναλλάσσουν το ρεπερτόριό τους με τα τζιτζίκια. Συνειδητοποιείς πως στο τσιμέντο δεν άκουσες ποτέ γρύλους αλλά ακόμα και τη βαθειά νύχτα ακούς μόνο τζιτζίκια. Απ’ την μπαλκονόπορτα μπαίνει και το δροσερό αεράκι (στην πόλη δεν αφήνεις ποτέ ανοιχτά παράθυρα, κάνει φασαρία το βράδυ, όχι μελωδία), αφού πρώτα έχει διανύσει όλο το καταπράσινο φεγγαρόλουστο λοφάκι που αντικρίζει το μάτι και τα δέντρα και τα οπωροκηπευτικά του κτήματος (η νέα ενασχόληση του μπαμπάκα) κάτω απ’ το μπαλκόνι σου. Ο αέρας είναι πολύ πιο «υγιεινός». Παρατηρείς πως ένα μεγάλο μέρος των συνήθων (σε πολύ κόσμο πλέον) αναπνευστικών προβλημάτων έχει παραμείνει πίσω, σε περιμένει προφανώς να επιστρέψεις.
Σιγά-σιγά το σόι θ’ αρχίσει να μαζεύεται. Είναι και μεγάλο και έχει καιρό (απ’ τα παιδικά σου) να μαζευτεί ολόκληρο (και με όλα τα νέα μέλη του, μικρά και μεγάλα - σχεδόν τριπλάσιο!) ταυτόχρονα στη νυφούλα. Αλλά φέτος θα έχουμε να συνοδέψουμε τη νύφη, την μικρότερη του σογιού, στο νησάκι. Τελικά είχες μια ιδέα για εσένα και ξαφνικά, μέσα σε πέντε χρόνια κατέληξε μόδα και ακόμα και «μη-εντόπιοι» έρχονται εκεί, απ’ όλη την Ελλάδα, να σφετεριστούν την ιδέα που εσύ ποτέ δεν πραγματοποίησες. Και δεν έχεις πάρει τουλάχιστον τα πνευματικά δικαιώματα…