Κυριακή, 17 Αυγούστου 2008

Μεθεόρτια

Τη βραδιά της γιορτής γινόταν ένας μικρός χαμός. Όλη η παραλία γεμάτη κόσμο, δεν είχες τρόπο να πλησιάσεις τη μάντρα να δεις τη θάλασσα. Από μακριά μπορούσες βέβαια να δεις τις μεγάλες βάρκες γεμάτες κόκκινα φαναράκια να πλέουν μέσα στο λιμάνι. Κι όμως τίποτε δε θύμιζε την παλιά εποχή που όλοι μαζί αυθόρμητα, στολίζαμε κάθε βάρκα και βαρκάκι και συμμετείχαμε ενεργά στη γιορτή.Τρέχαμε να βρούμε φαναράκια και πυρσούς, δέναμε όλοι τις βάρκες, τη μία πίσω απ' την άλλη (το όλο σκηνικό θύμιζε λιτανεία) και περηφανευόμασταν για την προσπάθειά μας. Παλιότερα «βγάζαμε και λόγους», διδάσκοντας την ιστορίας για «την φυγή» που συμβολίζει η βαρκαρόλα μας. Παλιά κάναμε γιορτή, τη νιώθαμε, τώρα απλά παρακολουθούμε μια (όμορφη) παράσταση που την έχουν αναλάβει διοργανωτές. Καμία αίσθηση προσωπικής ικανοποίησης. Έφτασε και η ώρα των βεγγαλικών και ο κόσμος παρακολουθούσε αποχαυνωμένος, κινηματογραφούσε και φωτογράφιζε λες και δεν είχε ξαναδεί βεγγαλικά. Χρήματα καμένα στον αέρα. Κι εκεί που έλεγες «τελείωσε», τα βαρελότα συνέχιζαν και συνέχιζαν και συνέχιζαν. «Βούλιαξε» η παραλία πάντως και το μόνο που απέμεινε στο τέλος ήταν η σημαία να κυματίζει πάνω απ’ το πέλαγο.
Επιστρέφοντας τον είδες στο μπαλκόνι να κάθεται στη γνώριμη καρέκλα. Τον χαιρέτησες μα, αποκαμωμένος, δε σε πήρε χαμπάρι. Άστο, αύριο σκέφτηκες, δεν πειράζει. Το πρωί όμως είχε φύγει για το αιώνιο ταξίδι. Ένας ένας φεύγουν, μας αφήνουν (σ)τη θέση τους; Άσχημο το συναίσθημα. Του χαιρετισμού που έμεινε μετέωρος ή της τακτής αποχώρησης των ανθρώπων της προηγούμενης γενεάς; Λιγοστεύουν συνεχώς πάντως. Τρέμεις στην ιδέα του επόμενου.
Ο αέρας μέτριος αλλά βγαίνοντας απ’ τον κόλπο, μεσοπέλαγα, χαίρεσαι να σκίζεις τα κύματα. Οι μύες πονούν, τί γυμναστήρια και χαζομάρες, το σώμα φαίνεται στις πραγματικές συνθήκες.
Η πανσέληνος ανέβηκε στον ουρανό, για να κρύψει σιγά σιγά το πρόσωπό της πίσω από τη γη.