Παρασκευή, 3 Νοεμβρίου 2006

Υπουργείο ονείρων

Εγώ και τα όνειρα έχουμε διακόψει κάθε είδους επαφή. Μάλλον για την ακρίβεια ουδέποτε αποκτήσαμε οποιαδήποτε μορφή επαφής πέρα ίσως από δύο τρία διπλωματικά επεισόδια, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Ακόμα και τότε δεν ξέρω αν στην ουσία είχα οποιαδήποτε επαφή με τον κόσμο των ονείρων, ή αν απλά σκεφτόμουν στον ύπνο μου και συνέχισα την σκέψη μου ξυπνώντας. Πιθανών ένα υβρίδιο. Μιας και ακόμα και αυτές τις τρεις φορές, ο κόσμος των ονείρων δεν ήταν παραμυθένιος, μαγικός, με σταχτοπούτες ή δράκους, αλλά αποτελούσε κομμάτι προβληματισμού της καθημερινότητάς μου, με σκηνικά ρεαλιστικά παρμένα από την ίδια την ζωή μου, λες και είναι συνέχεια σκέψεων του προηγούμενου απογεύματος. Όποια και να είναι η σχέση μου με τα όνειρα όμως, το σημερινό σίγουρα κατατάσσεται στους εφιαλτικότερους εφιάλτες.
Κανένας μπάλορ δεν ανέβηκε να με σκοτώσει, καμιά καταστροφή δεν συνέβη. Όλα ήταν ήρεμα, ωραία, οι σκέψεις καθημερινές, τα καθημερινά προβλήματα δηλαδή που στοιχειώνουν κάθε βράδυ τον ύπνο μου και εκδικούνται για την πλήρη έλλειψη άγχους που παρουσιάζω όταν είμαι ξυπνητός. Ο εφιάλτης περιορίζεται σε ένα μικρό συμβάν και την διατύπωση της απλής φράσης: «Δεν μπορείς τα το δεις, αλλά δυστυχώς υπάρχει». Υπάρχει και η σημασία του είναι απλή. Ένα αμείλικτο χέρι αποφάσισε να αλλάξει τους «όρους λειτουργίας» και τους «χρονοδιακόπτες». Όσα περίμενα ή ήθελα, ή σχεδίαζα γιατί ήθελα, απλά δεν γίνεται να γίνουν. Και όμως φαινομενικά τίποτε δεν άλλαξε, ούτε πρόκειται να συμβεί τίποτε σε εμένα – μιας και δεν άλλαξαν οι δικοί μου όροι.
Ένας «μάγος» πράττει πάντα αυτό που θέλει, ακριβώς την στιγμή που θέλει. Δεν καθυστερεί ούτε στιγμή, δεν βιάζεται ούτε στιγμή (εξ ου και δεν χρειάζεται ατζέντες). Ορισμένες φορές όμως δεν αρκεί. Ορισμένες φορές η ολοκλήρωση απαιτεί και άλλους μάγους.
Καλώς ή κακώς, η φύση αποφάσισε πως ο άνθρωπος δεν θα είναι «ον μοναχικόν», όσο και αν κάποιοι θέλουν και επιχειρηματολογούν για το αντίθετο (και όποιος τα έβαλε με την φύση ξέρουμε που κατέληξε…). Θα επιβιώνει και θα ευτυχεί μόνο παρουσία συνανθρώπων. Παρά την συλλογικότητα όμως, καθένας είναι αυτόβουλος. Και έρχεται το μεγάλο ερώτημα. Ποια η λεπτή διαχωριστική γραμμή που κάνει την στέρηση της ελευθερίας ευεργετικότερη της ελευθερίας επιλογών; Ποιο το σημείο που βλέπεις ανθρώπους να καταστρέφονται και αποφασίζεις να κάνεις κάτι «άσχημο ή ανήθικο» για να σταματήσεις την κατρακύλα τους; Πόσο αλλάζει αυτό το σημείο όταν αυτοί είναι άνθρωποι που αγαπάς; Πόσο αλλάζει αυτό το σημείο αν αυτό τελικά επηρεάζει τον εαυτό σου; Πόσο αλλάζει αυτό το σημείο αν αντιληφθείς ότι τελικά όλα σε επηρεάζουν σε κάποιο βαθμό;
Η μόνη πιθανότητα να απαλύνει ο εφιάλτης θα ήταν αν τουλάχιστον κοιτώντας δυο μάτια μπορούσες να πεις δείχνοντας δύο άλλα: «Θα ‘σαι πάντα εδώ». Ούτε αυτό όμως μπορούσα να το κάνω.
Δεν ξέρω ποια η στιγμή που από «ασυνείδητη ονειρική» σκέψη, το σκηνικό έγινε συνειδητός προβληματισμός. Λες και δεν υπάρχει αυτή η λεπτή διαχωριστική γραμμή. Λες και σκεφτόμουν στον ύπνο μου και συνέχισα την σκέψη ξυπνώντας. Λες και δεν ήταν εφιάλτης αλλά πραγματικότητα. Και ξαφνικά πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται πως δεν έγιναν όλα αυτά. Αλλά πλέον είναι σαν τα έζησα και συνεχίζω την σκέψη να δω που θα με βγάλει. Λες και δεν υπάρχουν όνειρα αλλά παράλληλες πραγματικότητες που με αφήνουν που και που να ρίχνω μια ματιά.
Και ξυπνώντας συνειδητοποιείς πως η καρδιά σου πάει να σπάσει. Πετιέσαι πάνω, πετάς τα σκεπάσματα, θες να τρέξεις να φύγεις, να ξεφύγεις....


Με χαλάει τελικά ο ύπνος.
Δεν φτάνει που κοιμάμαι ελάχιστα και συνεχώς νυστάζω.
Πρέπει να τον κόψω εντελώς για να ηρεμήσω…