Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2007

Νηνεμία

Δύο μέρες τώρα περιμένω να φυσήξει μαΐστρος, να σηκώσω πανί να δαμάσω τον αέρα, μάταια όμως. Η σανίδα περιμένει υπομονετικά, ενώ ο αετός παραμένει κουρνιασμένος πάνω στο κατάρτι. Είναι από τις ημέρες που υπάρχει αρκετή ώρα για σκέψεις και υπολογισμούς. Είναι από τις μέρες που εύχεσαι να έχεις ένα πακέτο τσιγάρα να περάσει η ώρα. Το μαγαζάκι είναι καμιά διακοσαριά μόνο μέτρα από το σημείο που κάθομαι, αλλά η ζέστη αποθαρρυντική για μετακινήσεις.
Δύο μέρες προσπαθώ να λύσω το γρίφο. Πάντα πίστευα πως τα νερά του Ιονίου είναι πιο φιλικά, πιο ζεστά από αυτά του Αιγαίου. Όταν ο λόγος φτάνει όμως στα νερά της νυφούλας, αυτά δεν γίνονται απλά ζεστά, καθόλου άλλωστε δε φημίζεται η περιοχή για ζεστά νερά με τόσες αναβλύζουσες τριγύρω πηγές, αλλά γίνονται μαλακά, έτοιμα να σε δεχτούν σαν να είναι το φυσικό περιβάλλον σου, το περιβάλλον μέσα στο οποίο είσαι φτιαγμένος να ζεις. Αυτά τα νερά μυρίζουν… «μυρίζουν μανούλα»; Ίσως.
Η νύφη απέναντι από το νησάκι ουδέποτε αποτέλεσε για μένα τοποθεσία διακοπών. Παρότι δεν γεννήθηκα σε αυτή, αυτή με γέννησε. Είναι η πατρίδα μου, δεν είναι απλά ένα μέρος που μου αρέσει ή αγαπάω. Εδώ έχω ζήσει τουλάχιστον το ένα τέταρτο της ζωής μου, έστω και τμηματικά, το αναγνωρίζω, στην αρχή για πολύ μεγάλες περιόδους, στη συνέχεια για τρίμηνα ολάκερα και αργότερα… Αργότερα απλά άρχισα να κάνω και διακοπές, αλλού. Αλλά εδώ μεγάλωσα, στους δρόμους αυτούς έμαθα να τρέχω, στις θάλασσες αυτές έμαθα να κολυμπάω, εδώ έμαθα να μην είμαι νωθρός αλλά δραστήριος. Τώρα που το σκέφτομαι αλήθεια, αν ήμουν απλά ένα παιδάκι της πόλης, όπως οι περισσότεροι σήμερα, σίγουρα θα είχα επηρεαστεί κατά μέρος από την νωθρότητα της απραξίας. Όμως προστατεύτηκα αποτελεσματικά από τέτοιου είδους αρνητικές επιδράσεις. Η απραξία ποτέ δεν μου πήγαινε και τώρα με σκοτώνει. Ο αέρας χαμηλός, η ιστιοσανίδα στο ιστιοσανιδοστάσι κι εγώ απεγνωσμένα ψάχνω να βρω ομάδα να παίξω βόλεϋ, συμπαίκτη να παίξω ρακέτα, συνκολυμβητή να ξανοιχτώ στο πέλαγος.
«Πάμε μέχρι ξέρα;» ρώτησα την μάνα μου σήμερα. Αυτή ήταν που με έμαθε να κολυμπάω από βράχο σε βράχο μέχρι το επόμενο λιμανάκι. Άλλωστε και αυτή μέσα σ’ αυτά τα νερά γεννήθηκε. Ο πατέρας μου, ως βουνίσιος, μυήθηκε στη μαγεία της κολύμβησης μεγάλος πια, αλλά ακολούθησε κι αυτός μαγεμένος από την θάλασσα. Μαζί τους κολυμπούσα με τις ώρες, περισσότερο με τη μαμά, μιας και ο μπαμπάς δεν μπορούσε να καθίσει για περισσότερο από μήνα, ενώ συνήθως εμείς καθόμασταν όλο το τρίμηνο. Τα φοβερά πλεονεκτήματα της μη-εργαζόμενης μητέρας. Αφιέρωνε ώρες για να με διδάξει και να με τριγυρίσει, να με αναθρέψει. Πραγματικά στενοχωριέμαι για τα παιδιά του σημερινού συστήματος που μεγαλώνουν απουσία γονέως, κακέκτυπα ενός προτύπου μαζικής ανατροφής, μεγαλωμένα μέσα στην νωθρότητα των κλουβιών που ονομάσαμε πόλεις, χωρίς γονική επικοινωνία, χωρίς φύση γύρω τους, μόνο με καναπέδες, οι γενιές του καναπέ. Δεν είναι αυτό όμως το θέμα μας, αλλά βλέπεις το πλεόνασμα ώρας οδηγεί το μυαλό σε δαιδαλώδη μονοπάτια.
«Πάμε μέχρι την ξέρα;» «Δεν βαστάν πια οι δυνάμεις μου τόσο παιδί μου.». Συνειδητότητα. Οι γονείς μου δεν είναι πια αυτοί που ήταν, αν και το «δεν βαστούν οι δυνάμεις μου» αναφέρεται σε κολύμπι πάνω από δύο ώρες, μέχρι το δίπλα λιμανάκι, μιάμιση ώρα πηγαιν-έλα, χωρίς στάση, πηγαίνουμε καθημερινά!
Είναι οι άνθρωποι που με παρακινούσαν να ασχολούμαι με τα πάντα. Ακόμα και όταν «βαριόμουν» δεν σταμάτησαν να με παροτρύνουν. Έτσι έμαθα και σκι - φήμες λεν ότι δεν ήθελα -, έμαθα και σερφ, έμαθα και να κολυμπάω τεράστιες αποστάσεις και σιγά-σιγά καταλάβαινα την μαγεία και ήθελα να συνεχίσω, να γίνω καλύτερος. Και αυτοί, αυτή κυρίως, έτρεχε συνεχώς πίσω μου, σηκώθηκε πρώτη φορά το πανί και άρχισα να προχωράω, μέσα στην χαρά μου πάρ’ τον κάτω είκοσι μέτρα πιο μακριά, από πίσω η μαμά να με φτάσει. Ξανά μανά εγώ, άλλα τριάντα μέτρα και βουτιά, από πίσω η μαμά. Με έκλεισε ο γαϊδουρομαΐστρος στο κάστρο, ποιος θα έρθει να με βγάλει έξω και να με βοηθήσει; Η μαμά, καλά και ο μπαμπάς άν ήταν εδώ, αλλά κυρίως η μαμά, άφηνε άλλωστε τον κανακάρη μόνο; Αγωνιούσε, δεν μπορούσε! Οκτώ χρονών παιδάκι άλλωστε δε θα το έκανα μόνος, το πολύ-πολύ να καθόμουν στην σανίδα και να περίμενα… τη νύχτα! Λάθος, αλλά ποτέ δεν της το είπα. Με είχαν διδάξει καλά από την αρχή, καθόμουν λίγο στην σανίδα και μετά, αφού ξεκουραζόμουν, «αγκομαχώντας» την έβγαζα λίγο παραέξω. Το μόνο πρόβλημα γεννιόταν άμα ο αέρας με απομάκρυνε περισσότερο απ’ όσο πλησίαζα την ακτή, κάθε φορά που ξεκουραζόμουν. Αλλά κατά τα άλλα ποτέ δεν το έβαλα κάτω, άλλωστε ήταν μια «κούραση» που μου άρεσε. Δεν υπάρχει νόημα στο να μη κουράζεσαι. Ας πρόσεχε σε τελευταία ανάλυση. Ας σταματούσε με το σκι που δεν έτρεχε πέρα-δώθε κολυμπώντας τον κόλπο αφού ήμουν πάντα πίσω από το σκάφος. Αλλά βλέπεις το ξεκίνησα στα έξη, και στα οκτώ δεν είχα κάτι παραπάνω να μάθω. Είχα αρχίσει άλλωστε να κάνω και μονό πέδιλο, οπότε καιρός ήταν να μάθω να δαμάζω την φύση μόνο με τις δικές μου δυνάμεις. Αφού ήθελε λοιπόν να μάθω, καλά να πάθει! Αλλά ούτε το σκι νομίζω είναι το θέμα μας. Και παραμένουν διακόσια μέτρα καυτής άμμου ανάμεσα σε εμένα και το μαγαζάκι. Και η συνειδητότητα πως οι γονείς μου, όσο και αν συνεχίσουν να «μάχονται» καθημερινά, έχουν γεράσει, έχει έρθει εδώ και αρκετό καιρό, αλλά αυτό είναι κάτι με το οποίο δεν θέλω να ασχολούμαι ιδιαίτερα.
Το θέμα μας είναι ο γρίφος. Ο γρίφος, η λύση του οποίου μάλλον είναι ότι «μυρίζει μανούλα». Αυτή η πόλη με ανάθρεψε. Ποτέ δεν ήρθα εδώ θεωρώντας πως κάνω «διακοπές». Έμενα εδώ αρκετό καιρό και ποτέ μου δεν καθόμουν. Πάντα, εξαιρώντας τις πέντε πρώτες και τις πέντε τελευταίες μέρες των δικών μου «διακοπών» όπου καθόμουν για να «ξεκουραστώ», πάντα διάβαζα μαθήματα. Έκανα επανάληψη τα της τελευταίας χρονιάς και μετά προετοιμαζόμουν μία στα γρήγορα τα της επόμενης. Έτσι περνούσαν τα πρωινά και κατέβαινα το μεσημέρι στην θάλασσα. Μετά φυσικά μπάνιο και… σκι, σερφ, βόλλεϋ, ότι έβρισκα, ότι άρεσε στις παρέες. Μεγάλες παρέες. Α και ποδήλατο. Πολύ ποδήλατο. Πάντα μοιραζόμουν το ποδήλατό μου, μέχρι που μου στράβωσαν την ρόδα δηλαδή. Μετά στενοχωρήθηκα πολύ. Και φυσικά ψάρεμα. Ατελείωτες ώρες ψαρέματος στον πόντε και στο καμίνι. Η καλύτερή μου όταν πηγαίναμε στον ποταμό του κάτω κόσμου να μαζέψουμε γαρίδα για δόλωμα. Αλλιώς με ζυμάρι από το φούρνο. Τακτικός πελάτης ο δικός σου! Πήγαινα και του καθάριζα το (γιγαντιαίο εκείνο, ατσάλινο) μίξερ καθημερινά μετά το ζύμωμα. Έτσι λοιπόν αυτή η πόλη δεν είναι απλά μια πόλη που μου αρέσει και αγαπάω. Είναι η πόλη μου. Σίγουρα είναι το μέρος που θέλω να συνεχίσω να περνάω μεγάλες περιόδους της ζωής μου, και ευτυχώς, πρέπει κι’ όλας να το κάνω. Σίγουρα είναι ένα μέρος που θέλω να μεγαλώσουν και τα παιδιά μου, για να μάθουν όπως κι εγώ να είναι ένα με την φύση, με την θάλασσα, να δραστηριοποιούνται και να μην είναι νωθρά σαν τα παιδάκια της πόλης. Ακόμα ίσως, ίσως είναι το μέρος που θέλω να γεράσω, αλλά ούτε αυτό είναι κάτι με το οποίο θέλω να ασχολούμαι ιδιαίτερα. Άλλωστε, όπως έχω πει, «δεν επιθυμώ να πεθάνω». Δεν έχω ιδιαίτερα καλές σχέσεις με τον θάνατο - δένομαι πολύ με τους ζωντανούς.
Τελικά μάλλον ούτε αυτό είναι το θέμα μας, παρότι ο γρίφος με παραξενεύει πολύ και παρότι η αυθυποβολή συνίσταται στο να μην γνωρίζεις την ύπαρξή της, συνεπώς δεν μπορεί να είναι αυθυποβολή, μπορεί; Κοιτώντας πάνω-πάνω, φαίνεται πως το θέμα μας είναι η νηνεμία. Η νηνεμία που με αναγκάζει να κάθομαι εδώ στην παραλία, αντί να δαμάζω τον μαΐστρο με το πανί μου. Η νηνεμία που μου προσφέρει αρκετή ώρα για σκέψεις και αναπολήσεις, για περίεργους γρίφους και επιλύσεις, για αναμονή και προσμονή. Και όλη η παλιοπαρέα έχει χαθεί, γιατί είτε δεν ερχόμαστε ταυτόχρονα εδώ, είτε δεν κατεβαίνουμε ταυτόχρονα στην παραλία, είτε γιατί όσοι μένουν εδώ έχουν μπουχτίσει την θάλασσα και χάνονται στο πλήθος, στα μπαράκια, είτε γιατί μεγαλώσαμε απλά και δεν γνωριζόμαστε. Προχτές είδα ένα κοριτσάκι που, μάρτυς μου ο θεός, μου θύμισε μια φίλη μου όταν ήμασταν παιδιά. Κόρη της θα ήταν υποθέτω… Το σίγουρο πάντως είναι πως ο φιλές του βόλλεϋ έχει ξεστηθεί εδώ και χρόνια από την παραλία, ενώ τα πέδιλα του σκι του Γιώργου προφανώς θα αραχνιάζουν σε κάποια αποθήκη. Αλλά ούτε τα πέδιλα του σκι είναι το θέμα μας.
Το θέμα μας απλά είναι να τελειώσουν οι αναπολήσεις του δαιδαλώδους μυαλού γιατί η θάλασσα περιμένει να με πάρει στις αγκάλες της ξανά και αν και τα διακόσια μέτρα μέχρι το μαγαζάκι φαίνονται πολλά, τα δεκαπέντε μέτρα άμμου μέχρι την θάλασσα θα φύγουν γοργά κάτω από τα πόδια που τρέχουν για να βουτήξουν στο νερό το σώμα που ζεστάθηκε από την όστρια.