Δευτέρα, 7 Μαΐου 2007

Ώρα για μπλούμ

Ζέστανε ο καιρός. Η φύση οργιάζει, αν και η αλήθεια είναι πως η θερμοκρασία είναι λίιιιγο (λέμε τώρα για να μην τρομάξουμε) ψηλότερη από το φυσιολογικό. Μίνι καύσωνας λέει επικρατούσε (από τώρα;;; δηλαδή τον Ιούλιο τι πρέπει να περιμένουμε; κρεματόριο;) οπότε είπαμε κι εμείς να κάνουμε ένα μπανάκι. Πρώτος φυσικά έπρεπε να βουτήξει ο νιός. Και όχι βουτιά ό,τι κι ό,τι. Βουτιά στην κολυμβήθρα, ειδικά στημένη για την χάρη του στον Όσιο Λουκά. Εκεί μέσα στην φύση, τα λουλούδια και τα πουλιά. Το τοπίο πανέμορφο και η ηρεμία απαράμιλλη στον προαύλιο χώρο. Το μυστήριο όπως του άρμοζε όμορφο και ευχάριστο. Ο νέος μας κατά-ευχαριστήθηκε τη βουτιά – και το λάδωμα, μονομάχος θα γίνει το παιδί, ή θα βάζει λάδι και θα ’ρχεται βράδυ (τρέμετε πιπίνια)! Αποφάσισε να κλάψει όταν όλα είχαν τελειώσει. Μάλλον προτιμούσε να κάτσει στην κολυμβήθρα και να παίζει με τα γένια του παπά και το ευαγγέλιο – τα γένια του παπά, άλλο θέμα μεγάλο, παραλίγο να την αρπάξουν τη φωτιά από μια λαμπάδα. Πάντως, για μια φορά ακόμα (τέταρτη στην σειρά) επιβεβαιώθηκε η εντύπωσή μου πως τα μυστήρια αξίζουν μόνο μακριά από την Αθήνα (μόνο αυτά;). Τελικά αυτή η πόλη έχει γίνει η προσωποποίηση της εκμετάλλευσης και της έλλειψης σεβασμού. Ουδείς τομέας απόρθητος πλέον…
Τέλος πάντων. Τον βαφτίσαμε, τον ονοματίσαμε, τον ευχηθήκαμε, σειρά είχε να τον γλεντήσουμε κι όλας (επιτέλους!). Ευτυχής ο μπαμπάς, πανευτυχής ο παππούς – πλήρωσε ακριβά το όνομα – είχαν ετοιμάσει τρικούβερτο γλέντι. Εδέσματα (ψωμοτύρι μιαμ-μιαμ) της περιοχής και το κοκορέτσι έδινε κι έπαιρνε. Και μιας και φέτος το Πάσχα δεν είχα την χαρά να φάω πάλι την μισή από τη σούβλα που ετοίμαζε κάθε χρονιά για την αφεντιά μου ο εκλιπών θείος, αποφάσισε ο μικρός ανεψιός μας να με ευχαριστήσει προσφέροντάς τα έξτρα κομμάτια που απέμειναν στην σούβλα, αφού σερβιρίστηκαν όλοι οι υπόλοιποι. Λουκούμι ένα πράμα – ωχ ωχ… να, με πιάνει μια λιγουρίτσα τώρα δα… να πεταχτώ μέχρι το χωριό πάλι;
Ύστερα λοιπόν από το φαγοπότι ήρθε και η σειρά των «μεγάλων» να κάνουν την βουτιά τους, να ξεσκάσουν και από τον πρόωρο μίνι καύσωνα. Έτσι μια και δυο, κατεβήκαμε στην παραλία και μπλούμ, ρίξαμε την πρώτη βουτίτσα της χρονιάς. Άντε μπας και περάσουν λίγο οι αλλεργίες, γιατί η φύση μου τις διέγειρε ολίγο, και η καταρροή ήταν συνεχής όλη την ημέρα.
Κυριακή και μέρα χαλάρωσης. Ένα τράβηγμα στην πλάτη δεν μου επέτρεψε να επαναλάβω την βουτιά (τα περισσότερα ατυχήματα στο μπάνιο δεν λένε ότι γίνονται;) πράγμα βέβαια που δεν πτόησε την αλεπουδίτσα (#$%&^%$%$), και όχι μόνο αυτή (*&^$%%&^), που δευτερολόγησε και αν δεν μας περίμεναν να πάμε για φαγητό την έβλεπα να τριτολογεί κι’ όλας :@.
Πίσω πια στην τσιμεντούπολη και τις υποχρεώσεις. Τα πρώτα νεύρα δημιουργήθηκαν από μερικούς συνδικαλιστές που θεωρούσαν δικαίωμά τους να ενημερώσουν τους συμφοιτητές τους «περί εκλογών και κομμάτων» εν ώρα μαθήματος (μα καμία συναίσθηση του τόπου και του ρόλου;;;). Και αναρωτιέμαι, είμαι ο μόνος που τους πέταξα έξω από την αίθουσα; Γιατί σίγουρα πέρασαν κι άλλες αίθουσες πριν φτάσουν στην δική μας.

[Αρχίζω να πιστεύω πως το Αλκατράζ
έχει λιγότερα λουκέτα από το εργαστήριό μας]