Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2007

Περί ανέμων (ξανά)...

Έχοντας μία ωρίτσα κενού χρόνου (μα εντελώς όμως), κάθομαι και κοιτώ το μονιτορ του καινούργιου λαπτοπίου, το οποίο παρεμπιπτόντως έχει την δική του προσωπικότητα. Ανοίγει όποτε θέλει, όπως θέλει. Μερικές φορές μάλιστα για να με μπερδέψει «κάνει» ότι άνοιξε - μετά μου λέει ένα θριαμβευτικό: «Χα, στην έσκασα!». Οι καταστηματάρχες αναγνώρισαν το πρόβλημα, στο ενδιάμεσο ανακάλυψα και δεύτερο αγοραστή που λαμβάνει ακριβώς την ίδια «απροσάρμοστη» συμπεριφορά, οπότε και πλέον ρωτήσαμε την γνώμη της μαμάς εταιρίας. Αυτή βέβαια για την ώρα «ποιεί την νήσσα» και έτσι για μια ακόμη φορά στην όλη αλυσίδα την πληρώνει η τελευταία τρύπα: ο καταναλωτής. Έτσι γιατί μου ήρθε τώρα και νευρίασα. Ομολογώ δεν ήταν η αρχική μου πρόθεση. Αρχικά απλά κοιτούσα το λαπτόπι προσπαθώντας να σκεφτώ. Ε και σκέφτηκα.

Η πρώτη φουρνιά φυντάνια μόλις αποχώρησαν και τελώ εν αναμονή της δεύτερης, χωρίς να έχω κάτι ενδιαφέρον για να περάσω την ώρα μου. Ως γνωστών ούτε δίκτυο έχω μιας και η εταιρία που παρέδωσε το «έργο» στο μικρό ίδρυμα αποφάσισε να μην έρθει να θέσει την κεραία σε λειτουργία και την περιμένουμε ακόμα μετά από. έξι βδομάδες! Ουάου, φτάσαμε κι όλας στην βδομάδα Νο6; Πότε; Χμπφφφφ..

Εβδομάδα Νο6 λοιπόν και τα φυντάνια έχουν (ίσως) αρχίσει να αντιλαμβάνονται πως η αδιαφορία δεν θα τους προσφέρει πολλά. Η αλήθεια είναι πως σε κάποια αδιόρατη στιγμή, δεν θυμάμαι πότε ακριβώς, αποφάσισα πως ή θα μάθουν να σκέφτονται και να κατέχουν ένα-δύο χρήσιμα πράγματα, ή θα με μισήσουν. Η αλήθεια είναι πως βρίσκω μεγαλύτερη ανταπόκριση από άτομα τα οποία τα είχα πέρσι σε άλλο μάθημα, αλλά τουλάχιστον μέχρι τώρα «μίσος» δεν εισέπραξα. Απλά αποφάσισα να ακολουθήσω το κλασικό μοτίβο της οικογενείας, όπου όλοι οι εκπαιδευτικοί της (ηπειρώτικη οικογένεια συνεπάγεται πολλλλύυυυ μεγάλο σόι) έχουν το παρατσούκλι «κακούργος», ανεξαρτήτως βαθμίδας εκπαίδευσης. Ζήλεψα βλέπεις όταν πριν από χρόνια ψάρεψα έναν τύπο και χωρίς να ξέρει σε ποιόν μιλάει τον ρώτησα την γνώμη του για μια θεία μου και μου απάντησε: Την «κακούργα»; Μμμ ναι, πολύ «στριμμένη», αλλά ξέρεις κάτι; Και έμαθα και με σημάδεψε. Ναι, είμαι ζηλιάρης, το παραδέχομαι, αλλά είναι πολύ ευχάριστο να ακούς τέτοια σχόλια. Πως το είπε χτες ο Ρέντφορντ; Από εγωισμό βρισκόμαστε εδώ που βρισκόμαστε και συνεχίζουμε να προσπαθούμε όταν όλα έχουν ισοπεδωθεί; Χμμ ναι ίσως παίζει και αυτό. Θυμάμαι τον πρόεδρο να μου λέει τις προάλλες: «Τι σε νοιάζει; Αφού κύκλος είναι: το υπουργείο κοροϊδεύει τους γονείς, οι φοιτητές κοροϊδεύουν εμάς, ε για να κλείσει εμείς κοροϊδεύουμε το υπουργείο». Απόλυτο δίκιο έχει, μόνο που στην όλη διαδικασία εγώ έχω την αίσθηση πως κοροϊδεύω τους φοιτητές και, μιας και αυτούς τους κοροϊδεύουν όλοι εκτός των γονιών τους - οι οποίοι αγωνιούν αλλά δεν καταλαβαίνουν την κοροϊδία που παίζεται σε βάρος τους, ε είπα να πάρω λοιπόν το μέρος τους και να μην τους κοροϊδέψω και εγώ.

Έχει λίγη ψύχρα η αίθουσα σήμερα. καλά που έχουμε ένα κλιματιστικό τουλάχιστον και δεν ξεπαγιάζουμε. Γλωσσοδιάρροια ε; Και να σκεφτεί κανείς πως κοιτούσα το λαπτόπι σκεφτόμενος πώς να γράψω το: Μα καλά, τόσα άχρηστα «γκάτζετς» βάζουν στα αυτοκίνητα και κάνουν με αυτά τις περισσότερες φορές την οδήγηση πιο επικίνδυνη, λασπωτήρες όμως γιατί δεν βάζουν;;; Άσχετο; Όχι, απλά όταν βρέχει στις εθνικές και έχει κίνηση, η έλλειψη και το επικίνδυνο της έλλειψης ενός τόσο ευτελούς και απλού εξαρτήματος από τα αυτοκίνητα γίνεται απόλυτα φανερή. Ε και σήμερα έβρεχε και το ταξίδι μέχρι εδώ δεν ήταν και τόσο εύκολο σε ορισμένα σημεία - ειδικά εκεί στην Μαλακάσα. Οπότε ιδού το «ακαδημαϊκό» ερώτημα της ημέρας: Εκεί δίπλα στο σούπερ ντούπερ χάι στερεοφωνικό με τους σαμπγούφερ και την οθόνη 65000 χρωμάτων, που το πιθανότερο είναι ότι κάποια μέρα θα μας σκοτώσει, γιατί δεν μπαίνουν και δύο ευτελέστατοι λαστιχένιοι λασπωτήρες μπας και αυξηθεί η ορατότητα εν καιρώ βροχής;