Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

Διαβάσματα

Δεν είναι να διαβάζεις βιβλία. Δεν κάνει καλό – στους άλλους. Άμα ξεκινήσεις ένα δεν θες με τίποτε να σταματήσεις. Θες να το φτάσεις μονορούφι το τέλος. Όχι για το τέλος, αυτό καθ’ εαυτό, αυτό θα μπορούσες να το δεις άμεσα, γυρνώντας στην τελευταία σελίδα – αυτό όμως ποτέ δεν το κάνεις. Θες να το δεις να ξετυλίγεται όλο μπροστά σου και μετά να τελειώσει, και όταν τελειώσει συνήθως αναρωτιέσαι γιατί τελείωσε. Και ο κόσμος γύρω σου βέβαια γκρινιάζει γιατί δεν του δίνεις σημασία και δεν κάνεις τίποτε άλλο. Θυμάσαι κάποτε, πάνε πάνω από δέκα έτη, καλοκαίρι, σου είχε κοστίσει μπόλικη μουρμούρα…
Αλλά αυτή τη φορά, αν και το αρχίνησες προχτές, είσαι ακόμα στην σελίδα εξήντα. Βλέπεις στο ενδιάμεσο έπρεπε να κρεμάσετε τις κουρτίνες, να καθαρίσετε την κουζίνα από κάτι βρωμούσε του θανατά σε ένα ντουλάπι – θανατά βρωμούσε ότι ήταν, αλλά ήταν απροσδιόριστο, ανακάλυψες τη μυρωδιά να έρχεται μέσα από ένα αλουμινένιο κουτάκι το οποίο έκλεισε και σφράγισε πιο γρήγορα απ’ ότι άνοιξε – κανείς δεν έμαθε ποτέ τι ήταν αποθηκευμένο εκεί και τι ήταν αυτό που βρωμούσε. Ε και εν τέλει καθαρίσατε όλα τα ντουλάπια και ησυχάσατε. Μ’ αυτά και μ’ αυτά δε φαίνεται να καταφέρνεις να τελειώσεις τις οκτακόσιες σελίδες σύντομα – πιο γρήγορα θα γυρίσεις στα τσιμέντα αν δεν αυξήσεις τους ρυθμούς σου.
Με την ιστιοσανίδα δεν βλέπεις να καταπιάνεσαι φέτος. Λείπουν οι μπάρες για τη μεταφορά της – πού να τις έβαζες κι αυτές, εδώ ταξιδέψατε ο ένας πάνω στον άλλο, τις μπάρες θα σκεφτόσουν;
Το γραφικό λιμανάκι λίγο πιο πάνω απ’ τη νυφούλα ήταν δροσερό και ήρεμο. Το κτίριο στη μέση του βέβαια χαλάει πλέον τη γραφικότητα του τοπίου. Άσε που ο τελευταίος όροφος διακρίνεται φανερά ως «πανωσήκωμα». Διαφορετικά κάγκελα, άλλη δομή στο μπαλκόνι, σίγουρα έγινε εκ των υστέρων – δε θυμάσαι πότε – και σίγουρα ενισχύει το παράταιρο του κτίσματος με το περιβάλλον. Άντε μετά να έρθει «ποιοτικός» τουρίστας.
Όχι ότι εφέτο ήρθαν όσοι πέρυσι. Δυστυχώς δεν πήγε καλά η χρονιά και μάλιστα, με την τακτική των τουριστικών γραφείων που πλέον ρίχνουν τις τιμές κάτω και από το όριο της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων, μάλλον τα πράγματα δεν είναι και τόσο ρόδινα. Τραβάει ο ένας από ‘δω, τραβάει ο άλλος από ‘κει, τελικά ο λογαριασμός δεν βγαίνει με τίποτε. Βλέπεις, απ’ τη μια οπτική είν’ ακριβά αυτά που απ’ την άλλη είναι φτηνά. Εμ από τότε που χάθηκε το αντικειμενικό μέτρο άντε να βγάλεις άκρη…
Το βιβλίο δίπλα σου, αντικειμενικά, σου κλίνει το μάτι και μάλλον είν’ η ώρα να το πιάσεις και να προχωρήσεις μερικές σελίδες ακόμα, τώρα που όλοι οι υπόλοιποι κοιμούνται ακόμα και μπορείς!