Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2006

Βαριέμαι που ζω – Episode II: Η επιστροφή

Είναι αλήθεια ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος είναι η αιτία που έχω μια βραχνάδα και τις δύο ημέρες της διδασκαλίας, μιας και τον έχω και στα δύο μαθήματα.
Αυτό παιδιά είναι το σύστημα των εξισώσεων που προκύπτει από την μοντελοποίηση της διεργασίας. Κάνουμε αυτό και μετά αυτό και μετά αυτό και… και αυτό και καταλήγουμε στο τελικό μοντέλο που αποτελεί την συνάρτηση μεταφοράς της διεργασίας.
Μα γιατί να τα κάνουμε όλα αυτά; Γιατί δεν μας δίνετε κατευθείαν τον τελικό τύπο να τελειώνουμε;
Μπαρδόν; (αδύνατο να κρύψω την έκπληξή μου)
Ε ναι, τόσες πράξεις πια, σίγουρα θα κάνουμε λάθος!
Αποσβολωμένος ψάχνω να βρω εις μάτην κάποια λογική απάντηση. Ύστερα από αρκετή ώρα βέβαια καταλήξαμε στο αυταρχικό «Θα τις κάνεις και θα πεις και ένα τραγούδι…».
Και εκεί που νομίζεις ότι όλα τελείωσαν έρχεται η εκδίκηση:
Χμμμ. Μα γιατί κάναμε όλες αυτές τις πράξεις, γιατί πήραμε τόσα πράματα, γιατί κάναμε αυτό και αυτό και αυτό, αφού απ’ ότι βλέπω, άμα προσθέσουμε κατά μέλη αυτό που φτάσαμε καταλήγουμε στο αρχικό και άρα μπορούσαμε κατευθείαν να κάνουμε αυτό στο αρχικό!
Έκπληξη! Τι κάναμε λέει;
Ε ναι, αυτό βγαίνει έτσι, αυτό έτσι και αυτό έτσι. Το είδα, έτσι είναι!
Αντιπαρερχόμενος την παρόρμηση να χτυπήσω το κεφάλι μου στον τοίχο: Παλικάρι μου, κάνε τις πράξεις και απέδειξε αυτό που μου λες.
Ε μα με τις πράξεις τώρα, αφού το είδα. Το είχατε γράψει!
Κάνε τις πράξεις, απέδειξε το και μετά μιλάμε.
Έρχεται με χαρτάκι που έχει δύο σχέσεις. Να, αυτά γράψατε και αν κάνουμε αυτή την πράξη βγαίνει αυτό.
ΚΑΝ'ΤΗ (Α εδώ πρέπει να είναι που ξελαρυγγιάστηκα…)
5 λεπτά μετά: Ααα όχι, είναι αυτό αλλά του λείπει αυτό και αυτό, άρα.. εε να είχαμε πάρει το αρχικό παραλείποντας αυτά;
ΟΧΙ. Το αρχικό καταλήγει εδώ μετά από όλες αυτές τις πράξεις και όχι γιατί παρέλειψα αυτά. Τίποτε δεν παρέλειψα. Δεν υπάρχει άλλη λογική από αυτές τις πάξεις.
Μα; Αμάν πια με τις πράξεις….

Εδώ πλέον χάνεις την ικανότητα να σκεφτείς λογικά ώστε να δώσεις λογική απάντηση. Και μετά έρχεται ο συνάδελφος και λέει: «Γιατί τα παίρνεις όλα τόσο σοβαρά; Αφού δεν τα παίρνει, τι προσπαθείς;»
Χμμμ έλα ντε; Μήπως γιατί αυτό πρέπει να κάνω; Αλλά όντως, πιο το νόημα αφού δεν θέλει να «τα πάρει»; Έλα μου ντε;

Ένα έχω να ρωτήσω: Τον πονοκέφαλο μπορούσες να τον παρκάρεις, αυτό όμως τι το κάνεις που δεν παρκάρεται με τίποτε;

Τον αράπη κι αν τον πλένεις, το σαπούνι σου χαλάς…

Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2006

Προοδευτικός συντηρητισμός

«Στόχος της κυβέρνησης είναι η μεταρρύθμιση της παιδείας σε ένα σταθερό σύστημα που δεν θα αλλάζει συνεχώς…
……………
…θα αντιστεκόμαστε στις συντηρητικές απόψεις του τόπου που θέλουν τίποτε να μην αλλάζει.»
Από δηλώσεις κ. Καραμανλή

Επειδή «τα πάντα ρει» και επειδή όλα πρέπει διαρκώς να βελτιώνονται, όχι όμως με γνώμονα τους συντηρητικούς (όπως ο ίδιος εύστοχα χαρακτηρίσατε) στόχους της κυβέρνησής σας, αλλά με μόνο γνώμονα την βελτίωση και το κοινό όφελος των ψηφοφόρων, και όχι μεμονωμένων ατόμων, συμφωνούμε απόλυτα μαζί σας και αντιτασσόμαστε στον συντηρητισμό, αντιτασσόμενοι στις συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις που προωθείτε με βάση τους στόχους που ο ίδιος θέσατε και όχι στις βελτιώσεις που ούτως ή άλλως θεωρούμε δεδομένο πως πρέπει να γίνονται συνεχώς. Γιατί απλά και μόνο για να συμφωνήσουμε μαζί σας πρέπει να διαφωνήσουμε με τους στόχους σας.

Πόσο αντιφατικός μπορεί να γίνει κάποιος για να δημιουργήσει εντυπώσεις;
Και πόσο ανόητος ή απρόσεχτος για να αφήνει τους γραφείς των λόγων του να τον ρεζιλεύουν;

Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2006

Βρεγμένη σανίδα...

Yγρασία υψηλή. Το αυτοκίνητο βρεγμένο. Ο πρώτος ήλιος την διαλύει αρκετά ώστε να φανεί ο δίσκος του. Σχηματάρι. Εκεί τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Η υγρασία από τους καυστήρες της ΜΟΝΥΑΛ δημιουργεί έναν άλλο κόσμο. Πολλές φορές έχω παρατηρήσει την μεγάλη ποσότητα υγρασίας που εκλύει η καμινάδα της. Σήμερα όμως, συνδυασμένη με την υγρασία της ατμόσφαιρας δημιουργούσε ένα «πέπλο» ομίχλης στην «λάκα». Έτσι το αυτοκίνητο βούτηξε ξαφνικά και πάλι κάτω από τα σύννεφα, για να ξαναβγεί έξω λίγο αργότερα. Ώρες αργότερα, κατά την επιστροφή, κοντά στην δύση του ηλίου, πάλι το ίδιο φαινόμενο. Στην περιοχή είναι σαν ο ήλιος να μην ανέτειλε ποτέ.
Το πρώτο τρίωρο πέρασε άσκοπα. Δεν ενεφανίσθην ουδείς. Το να έχεις δαπανήσει 4-5 ώρες για να στήσεις σωστά μια διάλεξη και να φτιάξεις τις ασκήσεις, και να μην πατάει κανείς στο μάθημα, ειδικά όταν έχεις ξυπνήσει από τις 6:30 και έχεις ταξιδέψει σχεδόν 2 ώρες για να το κάνεις σου δημιουργεί έναν κάποιο εκνευρισμό. Δυστυχώς απουσία δικτύου (για την ώρα) στην καινούργια αίθουσα δεν υπήρχε τρόπος να «εκτελέσω» την ώρα μου. Έτσι «εκτέλεσα» τα νεύρα μου και το έριξα στις βόλτες μέσα στο ίδρυμα. Το μάθημα υποχρεωτικό. Κάποιος μίλησε για έχθρα των καθηγητών απέναντι στους φοιτητές. Το γεγονός όμως του σεβασμού του κόπου και της διάθεσης του καθηγητή παραμένει αδιάφορο, όπως όλα τα ηθικά/σημαντικά πράγματα στην σημερινή μας κοινωνία (κοινώς ό,τι δεν υπόκειται σε αγοραπωλησία είναι ανάξιο λόγου - ρε άντε μου στο διάλο). Ας είναι. Όταν θα έρθουν να παρακαλέσουν για την απουσία θα σεβαστώ την αγωνία τους και το χαμένο έτος τους όσο αυτοί τον κόπο μου.
Στην συνέχεια η διαμάχη με τον «βαριέμαι που ζώ». Φαινόμενο. Το ζητούμενο είναι με επαναληπτική μέθοδο να υπολογισθούν 20 τιμές μιας γραμμικής εξίσωσης. Στην πραγματικότητα φυσικά θα καλούνταν να υπολογίσει από καμιά 50αριά έως και μερικά εκατομμύρια σε ορισμένες περιπτώσεις. Η χειρότερη περίπτωση που μου έχει τύχει εμένα είναι περίπου 400000 σημεία ενός συστήματος 3-4 μη γραμμικών εξισώσεων (μετά από κατάλληλη γραμμικοποίηση βέβαια).
Πώς να το κάνω δάσκαλε; Μα με έναν υπολογιστή φυσικά. Δηλαδή; Ε φτιάξε έναν αλγόριθμο στο matlab, στο mathcad, ή σε fortran ή ακόμα και σε basic σε τελευταία ανάλυση. Σε γλώσσα προγραμματισμού είναι 6 γραμμές κώδικα. Μα δάσκαλε έκανα αμάν και πως να περάσω τους υπολογιστές για να μην τους ξαναχρησιμοποιήσω… (!!!!!!) Σου προέκυψε ποτέ αγόρι μου πως τους υπολογιστές τους έβαλαν στο πρόγραμμα σπουδών σου γιατι ακριβώς αποτελούν εργαλείο της δουλειάς σου;;; :@
Αναρωτιέμαι τελικά μήπως δεν πρέπει καν να θυμόμαστε πως 1+1=2. Τι να το κάνουμε άλλωστε; Υπάρχουν τα κομπιουτεράκια. Θα έπρεπε αφού περάσαμε την τάξη του νηπιαγωγείου που μας το δίδαξε να το ξεχνάμε μετά. Να διευκολύνουμε και την ζωή μας βρε αδερφέ...
Ε ρε βρεγμένη σανίδα που χρειάζεται ώρες-ώρες…
Η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά

Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2006

Μνήμη, συνειδητή γνώση, σκέψη, ήθος

Ημερομηνία συναισθηματικά φορτισμένη από κάθε άποψη. Για ορισμένους επέτειος, σταδιακά εξασθενούντος νοήματος για κάποιους, αφορμή περίσκεψης για άλλους, αποτελεί εορτασμό επίκαιρο περισσότερο από ποτέ. Το Πολυτεχνείο ταυτίζεται με τον αγώνα της νεολαίας για ελευθερία, εθνική ανεξαρτησία και καλύτερη ζωή, έννοιες οι οποίες συνηγορούν στην «διαχρονική επικαιρότητα» της επετείου. Αγωνιστές με Ηρωισμό, Αυτοθυσία και Απόλυτη Αδιαλλαξία απέναντι στον αντίπαλο. Γενικευμένη εξέγερση, επανάσταση. Έννοιες επίσης συναισθηματικά φορτισμένες, θετικά ή αρνητικά. Έννοιες με περιεχόμενο που υφίσταται μετάλλαξη, αμφισβητείται , συχνά χρησιμοποιείται καιροσκοπικά αλλά πίσω απ’ όλα συνεχίζει να έχει στην πραγματικότητα διαχρονική και δεδομένη έννοια, όπως και αν προβάλλεται την εκάστοτε δεδομένη στιγμή. Όρος πολύσημος που δεν εξαντλείται σε σύντομες περιγραφές και επιφανειακές ερμηνείες.
Ζούμε την εποχή της παγκοσμιοποίησης, με ό,τι θετικό και αρνητικό συνεπάγεται. Δεν είναι λίγοι όσοι πιστεύουν πως η παγκοσμιοποίηση χρειάζεται μεταρρύθμιση, γεγονός φανερό από την παγκόσμια μαζική κινητοποίηση των τελευταίων καιρών. Λείπει όμως είν’ η αλήθεια μια ριζική επαναστατική στοχοθεσία, μια συλλογική βούληση παρέμβασης στο είναι και το γίγνεσθαι των κοινωνικών σχέσεων. Οι κατά κυριολεξία επαναστάσεις δεν στοχεύουν στην ανατροπή και κατάκτηση της τρέχουσας εξουσίας. Eπιδιώκουν ρητά την ίδρυση νέου κοινωνικού συστήματος, ριζικά διαφορετικού από το ισχύον. Απαραίτητη προϋπόθεση η πίστη της μάζας πως όχι μόνο δικαιούται αλλά και μπορεί να δει αποτελεσματικά και μακροπρόθεσμα, ώστε να υπερβεί το παρόν, για χάρη ενός έστω αχνού συλλογικού μέλλοντος που καλείται να εκπληρώσει τις προσδοκίες της. Η επανάσταση, όπως αποκρυσταλλώθηκε για πρώτη φορά από τους φιλοσόφους του διαφωτισμού που εξήγγειλαν τη δυνατότητα αλλά και ανάγκη για μεθόδευση της έλλογης κοινωνικής προόδου σε όλα τα επίπεδα, είναι συνυφασμένη με την ελπίδα.
Η κοινωνική πραγματικότητα δεν αποτελεί εκ προοιμίου και έξωθεν θεμελιωμένη εκ θεού βουλήσεως αδυσώπητη εξωγενή πορεία ενός ανεξέλεγκτου από τους κοινούς θνητούς κόσμου. Ό,τι υπάρχει και ισχύει, αλλά και ό,τι πρόκειται να υπάρξει αποτελεί επίμαχο προϊόν της βούλησης και των πράξεων των εν ζωή μελών της κοινωνίας. Όνειρα, σχέδια και ελπίδες είναι απαλλαγμένες από το από καταβολής κόσμου φορτίο του εξ αποκαλύψεως δεδομένου.
Αναμφίβολα οι κοινωνικές αντιθέσεις φαίνεται να οξύνονται συνεχώς σε παγκόσμοιο επίπεδο. Κατά την τελευταία 15ετία και ενώ η συσσώρευση κεφαλαίων σε ιδιωτικά χέρια έχει φτάσει σε πρωτοφανή επίπεδα, οι εισοδηματικές ανισότητες τόσο ανάμεσα σε χώρες, όσο και στο εσωτερικό τους αυξάνονται συνεχώς. Πριν από 250 χρόνια το κατά κεφαλήν εισόδημα των πλούσιων χωρών ξεπερνούσε το αντίστοιχο των φτωχών κατά 30%, ενώ σήμερα εμφανίζεται περισσότερο από 100νταπλάσιο. Στο εσωτερικό των μεγάλων ανεπτυγμένων χωρών παρόλο που τα κέρδη αυξάνονται με ιλιγγιώδης ρυθμούς, πληθαίνουν ταυτόχρονα και οι στρατιές των φτωχών, των άστεγων, των κοινωνικά αποκλεισμένων. Ποτέ άλλοτε στην ιστορία της ανθρωπότητας τόσα πολλά δεν ελέγχονταν από τόσους λίγους εις βάρος τόσων πολλών. Η τάση άμβλυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων που επεδιώχθη και επετεύχθη από τα Κοινωνικά Κράτη μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο ανεστράφη θεαματικά. Με την εξαίρεση ελαχίστων (ευρωπαϊκών κατά το πλείστον) χωρών φαίνεται να επιστρέφουν οι όροι λειτουργίας του άγριου καπιταλιστικού συστήματος του 19ου αιώνα. Παγκοσμίως, μια μεγάλη μερίδα της ανθρωπότητας φαίνεται πως δεν έχει τίποτε παραπάνω να χάσει από τις αλυσίδες της.
Σε παγκόσμιο επίπεδο λοιπόν, οι αντικειμενικές συνθήκες για ανατροπή του κοινωνικού καθεστώτος συντρέχουν στο έπακρο. Παρόλ’ αυτά, σε καμιά στιγμή, από την εποχή της Γαλλικής επανάστασης, το πρόταγμα ανατροπής δεν ήταν τόσο απομακρυσμένο, όσο σήμερα. Η ιδεολογική νίκη του κυρίαρχου κοινωνικού πρότυπου εμφανίζεται πλήρης: ο κομουνισμός, η επανάσταση και η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής αποτελούν έννοιες μιαρές, εξοβελισμένες από το πολιτικό λεξιλόγιο, ενώ η πολύπαθη ιδέα του σοσιαλισμού έχει συρρικνωθεί σε μια πραγματιστική βούληση για μια κατά το δυνατόν δίκαιη διαχείριση του τρέχοντος κοινωνικού καθεστώτος. Όλα συμβαίνουν λες και η πλειοψηφία των πολιτών του πλανητικού χωριού έχει αποδεχθεί πως οι κυρίαρχοι θεσμοί και κοινωνικές σχέσεις δεν επιδέχονται αμφισβήτηση, ενώ ακόμα και αν επιδέχονται βελτίωση και ήπια μεταρρύθμιση, ο δημοκρατικός φιλελεύθερος καπιταλισμός εμφανίζεται ως οριστικά κατοχυρωμένο κοινωνικό σύστημα.
«Τέλος ιστορίας;». Ας μην ξεχνούμε πως «Τα πάντα ρεί».
Με δεδομένη την γνώση της «υπέρβασης» των προηγηθέντων επαναστάσεων και τις ακρότητες στης οποίες υπέπεσαν όταν εξωθήθηκαν στο να καταβροχθίσουν ανελέητα όλους τους «αντιφρονούντες» πέραν των «εχθρών», όλα τα επαναστατικά προτάγματα υποχρεώθηκαν να αντιπαρατεθούν όχι μόνο με την αυξανόμενη υλική καπιταλιστική ισχύ αλλά και με τον επώδυνο «εσωτερικό προβληματισμό» γύρω από πολιτικές, θεσμικές και ηθικές προοπτικές του οποιουδήποτε εγχειρήματος ριζικής ρήξης. Η συνεχής στάθμιση ανάμεσα στην επιλογή των αναγκαίων «αντισυστηματικών» μορφών βίας και την προώθηση των υπερκείμενων σκοπών αναδεικνύεται σε μείζον ηθικό πρόβλημα. Μετά το 1945 και ακόμα περισσότερο μετά το 1989, όλες οι «μη ειρηνικές» πολιτικές ενέργειες αρχίζουν να αντιμετωπίζονται ως εκ προοιμίου απαράδεκτες, με αποτέλεσμα να απαξιώνονται συλλήβδην και προκαταβολικά ανεξαρτήτως περιεχομένου. Έτσι, η μεγαλύτερη ίσως ιδεολογική νίκη του κυρίαρχου κοινωνικού συστήματος συνίσταται στην ευρύτερη εσωτερίκευση του αξιώματος πως όσες μορφές υλικής βίας δεν εκπορεύονται από την κατεστημένη έννομη τάξη είναι ηθικά απαξιωτέες ή ακόμα και εγκληματικές. Αξίωμα που παραδίδει την απόλυτη εξουσία στην έννομη τάξη αφαιρώντας την από την κοινωνία, καταστρατηγώντας την δημοκρατία. Οι ένδοξες κατά το παρελθόν λέξεις «επαναστάτης» και «επανάσταση», αντί να προσλαμβάνονται ως εξ ορισμού τους κατ’ εξοχήν πολιτικές έννοιες, αμαυρώνονται μέσα στο «κοινά εκτρεφόμενο περί δικαίου αίσθημα» το οποίο πριν απ’ οτιδήποτε άλλο αποστρέφεται όλες τις εκφάνσεις οποιασδήποτε μορφής βίας χωρίς να εξετάζει το περιεχόμενό τους ή την γενεσιουργό τους αιτία.
Η απουσία επαναστατικών προταγμάτων δεν οφείλεται μόνο στην οικουμενική φετιχοποίηση της μη διαπραγματεύσιμης «δημοκρατικής ειρήνης». Σημαντικό ρόλο παίζει και η θεαματική αλλαγή των σχέσεων οικονομικής και πολιτικής εξουσίας. Εδώ εντοπίζεται η σημασία της κατάτμησης των κοινωνικών κινημάτων που στήριζαν μέχρι σήμερα την οργανωτική και ιδεολογική εμβέλεια στην άμεση δυνατότητα αποτελεσματικής παρέμβασης στους χώρους παραγωγής. Έτσι προωθούνται χωρίς αντίσταση η ευελιξία εργασιακών σχέσεων, η οικουμενική υποχώρηση των εργασιακών κεκτημένων, η εξατομίκευση των κοινωνικών νοοτροπιών η αποσυνδικαλιστικοποίηση και η αποπολιτικοποίηση. Στον ανεπτυγμένο κόσμο, και σε αντίθεση με τις ιστορικές αποδείξεις, αποδυναμώνεται η διάχυτη πεποίθηση των ανθρώπων πως είναι δυνατόν να βελτιώσουν την μοίρα τους μέσα από συλλογικούς αγώνες. Οι ιδεολόγοι που επιδιώκουν συνολικές βελτιστοποιήσεις βαφτίζονται με συνοπτικές διαδικασίες ονειροπόλοι, νοσταλγοί ενός παρωχημένου παρελθόντος, απροσάρμοστοι, παράφρονες και ηλίθιοι. Έτσι η ίδια η παγκοσμιοποίηση εκφράζεται πλέον, σε αντίθεση με την γενεσιουργό της αιτία, ως «έξωθεν δεδομένη νομοτελειακή πορεία»! Η ελεύθερη κινητικότητα όλων των συντελεστών παραγωγής, εξαιρουμένης της εργασίας, η απορύθμιση των κοινωνικών σχέσεων, η άνευ όρων ανταγωνιστικότητα και ο άκρατος αγοραίος ορθολογισμός αναδεικνύονται σε θέσφατα της νέας έννομης τάξης. Η οικονομική πρόοδος αποτελεί την αυτονόητη συνταγή προς την αυτόματη (υποτιθέμενη) βελτίωση των εγκόσμιων πραγμάτων, την στιγμή που η ανθρωπότητα ολόκληρη πλέον πιστεύει πως «τίποτε δεν είναι αυτονόητο». Για πρώτη φορά δε από την εποχή του διαφωτισμού θεωρείται πως η βελτίωση δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της συλλογικής βούλησης αλλά δίδεται στα χέρια των «ολίγων». Έτσι ο πολιτικός λόγος χάνει την ουσιαστικότητά του, οι ελπίδες εξατομικεύονται και η ανθρώπινη δράση απομακρύνεται από την υπηρεσία του «κοινού συμφέροντος».
Έτσι, ειρωνικά, επιβεβαιώνεται πως η εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων οριοθετεί τις παραγωγικές σχέσεις, αντί του αντίθετου. Με την παγκοσμιοποίηση, ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής μοιάζει να βρήκε, προσωρινά τουλάχιστον, τρόπο να διαχέει τις αντιφάσεις που γεννά, με τα κοινωνικά υποκείμενα ανίκανα επί του παρόντος να αμυνθούν, να οργανωθούν και κατά μείζονα λόγο να δράσουν έλλογα από κοινού. Ο κόσμος μας εμφανίζεται έτσι και πάλι ανεξέλεγκτος, ασύλληπτος και μη–υποκείμενος σε ορθολογικούς χειρισμούς. Ανατρέψαμε δηλαδή τις αρχές και τους στόχους μας και επαναφέρουμε σιγά-σιγά τον σκοταδισμό προ του διαφωτισμού.

Ημέρα μνήμης και περισυλλογής η σημερινή. Ημέρα φόρος τιμής σε όσους πίστεψαν πως τίποτε δεν είναι δεδομένο, πως όλα βελτιώνονται για όλους, και είχαν το θάρρος που χρειάζεται για να σταθούν αδιάλλακτοι απέναντι σε τυράννους.

Ηθικοπολιτικά δικαιολογημένη,
δημοκρατικά παράνομη,
η επανάσταση δεν είναι πράξη.
Είναι αχρωμάτιστη ιδεολογία ήθους και τρόπος ζωής.

Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2006

Ο Αρχιμήδης πιερότος.

Είπα και εγώ να τα βάλω με τον Νεύτωνα αλλά τελικά φαίνεται πως οι φοιτητές μου αποφάσισαν πως πρέπει να τα βάλουν με τον Αρχιμήδη.

Βρε ποιες δυνάμεις ασκούνται στο σώμα;
Το βάρος και η δύναμη του ελατηρίου.
Μόνο;
Μόνο!
Και η άνωση;
Ποια άνωση; (Αχάαααααα…. )
Μα γιατί έχουμε άνωση;
Αφού έχουμε ένα σώμα εμβαπτισμένο σε ρευστό;
Πού είναι το ρευστό;
ΠΟΥ είναι το ρευστό;

Ειλικρινά δεν είμαι ενήμερος αν το υπουργείο παιδείας έχει βγάλει τον αέρα ή γενικότερα τα αέρια από την «συνομοταξία» των ρευστών, αλλά σε περίπτωση που δεν ενημερώθηκα θέλω να καταγγείλω την υπουργό που δεν με πήρε τηλέφωνο…

Καημένε Αρχιμήδη, γυμνός έτρεχες στους δρόμους, κανείς δεν σε πρόσεξε. Την άλλη φορά βάλε στολή πιερότου, ίσως κάνεις την διαφορά…

Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2006

Καφές νούμερο τρία…

…κι όλας, χωρίς καμιά διάθεση να παραβγώ την συνέταιρο που αναγνωρισμένα κατέχει τα πρωτεία, αφού από την ημέρα που αποφάσισα πως οι 15 καφέδες την ημέρα μάλλον θα μου κάνουν κακό, ο τρίτος καφές της ημέρας σπάνια παρασκευάζεται. Πάνε κοντά 15 χρόνια από τότε. Ίσως βέβαια η ποσότητα καφεΐνης που είχα μαζέψει να ήταν τόσο μεγάλη που συνεχίζει να δρα ακόμα και σήμερα. Η αλήθεια είναι πως εκείνα τα χρόνια ο καφές φαινόταν να με κοιμίζει. Αντιθέτως, συνήθως όταν νύσταζα και ερχόταν να με ξεσηκώσουν (ή μάλλον να μου ζητήσουν να τους ξεσηκώσω), με πότιζαν ένα-δύο ποτηράκια ουίσκυ και έτοιμος ο δικός σου για ξενύχτι μέχρι πρωίας. Προφανώς λοιπόν η καφεΐνη συσσωρευόταν με δόλο σε κάποια άγνωστη αποθήκη, περιμένοντας την κατάλληλη ευκαιρία να δράσει. Έτσι λοιπόν, οφείλω να ομολογήσω πως υπάρχει χειρότερο πράμα από την αϋπνία: Να νυστάζεις όρθιος και να ξυπνάς ξαπλωμένος. Και επειδή όρθιος δεν μπορείς να κοιμηθείς λόγω βαρύτητας, καταλήγεις να τσακώνεσαι με τα σεντόνια, με κάτι νεύρα τεντωμένα μέχρι το ταβάνι. Το θέμα του τσακωμού βέβαια παραμένει ένα μυστήριο, αφού θυμάμαι μεν πως τα είχα βάλει στην γωνία και τα κατσάδιαζα άγρια, μέχρι που φτάσαμε να παίξουμε και ξύλο δηλαδή, αλλά δεν θυμάμαι το «Γιατί;». Να ’ταν πολιτική ή ιδεολογική η διαφορά μας; Το μεσανατολικό ή το κυπριακό αφορούσε; Η αλήθεια είναι δεν θυμάμαι αλλά θυμάμαι ξεκάθαρα πως είχα φτάσει σε επίπεδο να θέλω να τα σκίσω (ελλείψει γάτας την πληρώνουν τα σεντόνια)

Λογικό είναι λοιπόν, με τόσα νεύρα πώς να κοιμηθείς; Και να έχει πάει τριάμισι, και να θες να σηκωθείς στις 8, και να λες πως έλα λίγο ακόμα και θα τελειώσει ο τσακωμός να κοιμηθούμε, να κάνουμε και καμιά δουλειά αύριο, και ο τσακωμός να μην τελειώνει. Και πάνω που τελικά τα σεντόνια βαρέθηκαν να με πρήζουν με τις ιδέες τους και εγώ παραιτήθηκα και το έριξα στον ύπνο (άστα να μιλάνε είπα), ε να έφτασε 7, το ξυπνητήρι δεν χτύπησε ακόμα (κοιμόταν για μία ώρα ακόμα δηλαδής το αχαΐρευτο) και κάτι μέσα μου αποφάσισε πως έπρεπε να ξυπνήσω. Το βιολογικό μου ρολόι πάντως δεν ήταν, αυτό είναι ρυθμισμένο για τις 9. Βρε τι ήταν; Δεν ξέρω. Βρε τι έγινε; Τίποτε. Βρε γιατί ξύπνησα; Γιατί είσαι αν… (σσς μην το πείς). Τότε έχεις άλλη μια ώρα… «Κοιμήσου» (Φιλιππίδης, υποδυόμενος την Δάφνη). Μάιστα καπιτάνο. Ε έκανα και εγώ ότι κοιμάμαι για να μην με πρήζει και που και που άνοιγα λίγο το βλέφαρο να δω αν κοιτάει και τι ώρα πήγε. Ε όταν έφτασε 8 παρά κάτι προσποιήθηκα πως θέλω τουαλέτα και σηκώθηκα – δεν άντεχα άλλο την προσποίηση…

Κατέληξα λοιπόν να πίνω ήδη τον τρίτο καφέ μου και να αναρωτιέμαι πότε θα με πιάσει ο πονοκέφαλος, ενώ το μυαλό μου υπολειτουργεί, ο σβέρκος είναι πιασμένος και από τα πόδια δεν έχω πάρει ακόμα απάντηση (κάποιο νεύρο, στο ενδιάμεσο, θα αποκοιμήθηκε)

Και πάω και στοίχημα πως όταν θα φτάσει 11 το βράδυ θα είμαι περδίκι και δεν θα νυστάζω μία, στην οριζόντια τουλάχιστον!

Μήπως να τα βάλω τελικά με τον Νεύτωνα;
Αυτός φταίει που πήγε κι ανακάλυψε την βαρύτητα…

Τετάρτη, 8 Νοεμβρίου 2006

Καταλήψεων τέλος

Παρά τις αντίθετες προβλέψεις του Σαββατοκύριακου, την Δευτέρα στις 5 το απόγευμα η κατάληψη έλαβε τέλος (για την ώρα). Προετοιμασία, έγερση στις 6 – η συνήθης ώρα η 9η πρωινή οπότε μου έπεσε βαρύ και συνδυαζόμενο με την συνήθη αϋπνία μου κατέληξε σε 4ωρο ύπνο –μιάμιση ώρα ταξίδι, εννέα ώρες μάθημα, 2+ ώρες επιστροφή. Η Αττική οδός βλέπετε φρόντισε όπως όλα τα μεγάλα έργα και να μην προβλέψει πως με την κατασκευή της θα είναι ήδη υπέρκορος δρόμος, αλλά και να δημιουργήσει συμφόρηση στο ποτάμι οπότε τις απογευματινές ώρες τα 2 χλμ της διακλάδωσης χρειάζονται 25-40 λεπτά! Ίσως τελικά να ήμασταν πολύ καλύτερα χωρίς «μεγάλα έργα». Εννέα ώρες ορθοστασίας και διαλέξεων μπορώ να πω πως είναι αρκετά εξοντωτικές. Στη διπλανή αίθουσα ένας νέος (νέος σε ηλικία και πρώτη μέρα σε έδρα) διδάσκων μιλούσε γράφοντας στον πίνακα. Όμως στον διάδρομο ακουγόταν η βαβούρα της αίθουσας. Η απελπισία του φανερή. Στο ακροατήριο δυο από τους «γνωστούς άγνωστους» ταραξίες. Μάλλον ο εκνευρισμός μου ήταν αρκετά εμφανής. Μπαίνοντας σπίτι το μόνο που μπορούσα να αισθανθώ είναι η πλάτη να πονάει και ο λαιμός να καίει. Κατέφυγα λοιπόν σε τσαγάκι – κάτι που κάνω μόνο σε βαριά αρρώστια!
Σήμερα άλλες έξη ώρες μάθημα. Ο γελαστός ταραξίας βρίσκεται απέναντί μου. Δεν βγάζει μιλιά. Τουλάχιστον ξεμπέρδεψα με τις διδακτικές υποχρεώσεις της εβδομάδας. Παράκαμψη της διακλάδωσης της Αττικής οδού. Άφησα το ποτάμι από νωρίς. Τα πράγματα πολύ καλύτερα και ο χρόνος άφιξης σπίτι φυσιολογικός.

Έμεινα όμως με μια μεγάλη απορία. Πως είναι δυνατόν φοιτητές που έχουν διδαχθεί μοντέλα περιγραφής φυσικοχημικών διεργασιών να μην ξέρουν τι είναι το ισοζύγιο μάζας και ενέργειας.

Παρασκευή, 3 Νοεμβρίου 2006

Υπουργείο ονείρων

Εγώ και τα όνειρα έχουμε διακόψει κάθε είδους επαφή. Μάλλον για την ακρίβεια ουδέποτε αποκτήσαμε οποιαδήποτε μορφή επαφής πέρα ίσως από δύο τρία διπλωματικά επεισόδια, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Ακόμα και τότε δεν ξέρω αν στην ουσία είχα οποιαδήποτε επαφή με τον κόσμο των ονείρων, ή αν απλά σκεφτόμουν στον ύπνο μου και συνέχισα την σκέψη μου ξυπνώντας. Πιθανών ένα υβρίδιο. Μιας και ακόμα και αυτές τις τρεις φορές, ο κόσμος των ονείρων δεν ήταν παραμυθένιος, μαγικός, με σταχτοπούτες ή δράκους, αλλά αποτελούσε κομμάτι προβληματισμού της καθημερινότητάς μου, με σκηνικά ρεαλιστικά παρμένα από την ίδια την ζωή μου, λες και είναι συνέχεια σκέψεων του προηγούμενου απογεύματος. Όποια και να είναι η σχέση μου με τα όνειρα όμως, το σημερινό σίγουρα κατατάσσεται στους εφιαλτικότερους εφιάλτες.
Κανένας μπάλορ δεν ανέβηκε να με σκοτώσει, καμιά καταστροφή δεν συνέβη. Όλα ήταν ήρεμα, ωραία, οι σκέψεις καθημερινές, τα καθημερινά προβλήματα δηλαδή που στοιχειώνουν κάθε βράδυ τον ύπνο μου και εκδικούνται για την πλήρη έλλειψη άγχους που παρουσιάζω όταν είμαι ξυπνητός. Ο εφιάλτης περιορίζεται σε ένα μικρό συμβάν και την διατύπωση της απλής φράσης: «Δεν μπορείς τα το δεις, αλλά δυστυχώς υπάρχει». Υπάρχει και η σημασία του είναι απλή. Ένα αμείλικτο χέρι αποφάσισε να αλλάξει τους «όρους λειτουργίας» και τους «χρονοδιακόπτες». Όσα περίμενα ή ήθελα, ή σχεδίαζα γιατί ήθελα, απλά δεν γίνεται να γίνουν. Και όμως φαινομενικά τίποτε δεν άλλαξε, ούτε πρόκειται να συμβεί τίποτε σε εμένα – μιας και δεν άλλαξαν οι δικοί μου όροι.
Ένας «μάγος» πράττει πάντα αυτό που θέλει, ακριβώς την στιγμή που θέλει. Δεν καθυστερεί ούτε στιγμή, δεν βιάζεται ούτε στιγμή (εξ ου και δεν χρειάζεται ατζέντες). Ορισμένες φορές όμως δεν αρκεί. Ορισμένες φορές η ολοκλήρωση απαιτεί και άλλους μάγους.
Καλώς ή κακώς, η φύση αποφάσισε πως ο άνθρωπος δεν θα είναι «ον μοναχικόν», όσο και αν κάποιοι θέλουν και επιχειρηματολογούν για το αντίθετο (και όποιος τα έβαλε με την φύση ξέρουμε που κατέληξε…). Θα επιβιώνει και θα ευτυχεί μόνο παρουσία συνανθρώπων. Παρά την συλλογικότητα όμως, καθένας είναι αυτόβουλος. Και έρχεται το μεγάλο ερώτημα. Ποια η λεπτή διαχωριστική γραμμή που κάνει την στέρηση της ελευθερίας ευεργετικότερη της ελευθερίας επιλογών; Ποιο το σημείο που βλέπεις ανθρώπους να καταστρέφονται και αποφασίζεις να κάνεις κάτι «άσχημο ή ανήθικο» για να σταματήσεις την κατρακύλα τους; Πόσο αλλάζει αυτό το σημείο όταν αυτοί είναι άνθρωποι που αγαπάς; Πόσο αλλάζει αυτό το σημείο αν αυτό τελικά επηρεάζει τον εαυτό σου; Πόσο αλλάζει αυτό το σημείο αν αντιληφθείς ότι τελικά όλα σε επηρεάζουν σε κάποιο βαθμό;
Η μόνη πιθανότητα να απαλύνει ο εφιάλτης θα ήταν αν τουλάχιστον κοιτώντας δυο μάτια μπορούσες να πεις δείχνοντας δύο άλλα: «Θα ‘σαι πάντα εδώ». Ούτε αυτό όμως μπορούσα να το κάνω.
Δεν ξέρω ποια η στιγμή που από «ασυνείδητη ονειρική» σκέψη, το σκηνικό έγινε συνειδητός προβληματισμός. Λες και δεν υπάρχει αυτή η λεπτή διαχωριστική γραμμή. Λες και σκεφτόμουν στον ύπνο μου και συνέχισα την σκέψη ξυπνώντας. Λες και δεν ήταν εφιάλτης αλλά πραγματικότητα. Και ξαφνικά πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται πως δεν έγιναν όλα αυτά. Αλλά πλέον είναι σαν τα έζησα και συνεχίζω την σκέψη να δω που θα με βγάλει. Λες και δεν υπάρχουν όνειρα αλλά παράλληλες πραγματικότητες που με αφήνουν που και που να ρίχνω μια ματιά.
Και ξυπνώντας συνειδητοποιείς πως η καρδιά σου πάει να σπάσει. Πετιέσαι πάνω, πετάς τα σκεπάσματα, θες να τρέξεις να φύγεις, να ξεφύγεις....


Με χαλάει τελικά ο ύπνος.
Δεν φτάνει που κοιμάμαι ελάχιστα και συνεχώς νυστάζω.
Πρέπει να τον κόψω εντελώς για να ηρεμήσω…