Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2009

Θύμησες

Παράξενα τα παιγνίδια της μνήμης. Μπορεί να λησμονεί την χτεσινή ημέρα και να θυμάται με λεπτομέρειες μια μέρα τριάντα χρόνια πριν. Να ξεχνά κάποιον που συνάντησε προχτές και να αντιλαμβάνεται πως ο άνθρωπος που προσπερνά είναι κάποιος με τον οποίο μοιράστηκε παιδικές χαρές και τρέλες, κι ας έχουν να συναντηθούν δεκαετίες τώρα.
Και ψες αργά διασταυρώθηκαν, και με μια ματιά κατάλαβαν ταυτόχρονα ο ένας τον άλλο. Λες και είν’ ο αέρας, η αύρα που δε διαψεύδει ποτέ, κι ας έχει αλλάξει η όψη. Τί, δύο και βάλε δεκαετίες δεν αφήνουν αναλλοίωτο ούτε πρόσωπο, ούτε μνήμη. Κι όμως, σαν χτες να καληνυχτιστήκαν, σήμερα χαιρετηθήκαν, σαν να μην πέρασαν πάνω από είκοσι τέσσερεις ώρες! Κι είχαν τόσα πολλά να πουν γι’ αυτό το «εικοσιτετράωρο». Πολύ περισσότερα απ’ εκείνη την περιπέτεια, τότε που ήταν μικρά παιδιά, νιάνιαρα, και έχοντας κατέβει μόνα τους στην παραλία για μπάνιο, όπως συνηθιζόταν τότε, πήραν το θαλάσσιο ποδήλατο και βάλαν πλώρη για τη σπηλιά, δυο κόλπους πιο πέρα. Κι έψαχναν οι μανάδες απεγνωσμένα επί ώρες. Δύο. Ίσως λίγο παραπάνω. Η σπηλιά απέχει κανά σαραντάλεπτο απ’ την παραλία για έναν μεγάλο άντρα. Πήγαιναν λίγο πιο αργά τ’ αμούστακα. Ρίχναν και καμιά βουτιά, κεφάλι πάντα, στο διάβα τους. Από έξη μηνών στα νερά δεν τη σκιαζόντουσαν τη θάλασσα, ούτε και κινδύνευαν δηλαδή. Ποιος κινδυνεύει όταν δεν φοβάται; Πιότερη η αγωνία για το που πήγαν των μανάδων.
Τι συναίσθημα κι αυτό. Σαν κάθε μέρα να πίναν μια μπύρα μαζί, κι ας μην την ήπιαν ποτέ τους παρέα. Οι στράτες χώρισαν νωρίτερα, πριν «μάθουν» το αλκοόλ. Τότε που η κύρια ασχολία ήταν το ψάρεμα στον πόντε, το ποδήλατο στους δρόμους και η εξερεύνηση στα βραχάκια στο καμίνι. Γιατί τότε είχε βράχια το καμίνι, πεταμένα πέντε μέτρα μπρος απ’ τα κτίσματα, να σπάει το κύμα του χειμώνα και να μην μπαίνει στα σπίτια. Και ‘κεί, στα λιμνάζοντα νερά ανάμεσα στις πόρτες και τα βράχια, βρίσκανε καμιά φορά γαρίδα ή καβούρι να δολώσουν.
Παράξενα παιγνίδια παίζει το μυαλό, κι ανάθεμ’ αν θυμάται τί έφαγε χτες…