Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου 2006

Η οικονομική βελτιστοποίηση της υγείας

Η μέρα ξεκίνησε νωρίς. Τουλάχιστον για τα δικά μου δεδομένα δηλαδή ξύπνημα 8:30 το πρωί της Κυριακής είναι χαράματα. Το ταξίδι βέβαια ξεκίνησε αρκετά αργότερα, αλλά τα χιλιόμετρα έφυγαν γρήγορα και πριν το μεσημέρι βρισκόμασταν στο νοσοκομείο. Ένα ταξίδι γιατί πολλές φορές δεν ξέρεις αν θα έχεις την ευκαιρία να ξαναδείς έναν άνθρωπο ζωντανό. Γιατί πολλές φορές η χαρά και η αναθάρρηση που δείχνει ένας άνθρωπος βλέποντας τους αγαπημένους του γύρω του μπορεί να διορθώσει πολλά. Από εκεί και πέρα όμως ξεκίνησαν τα νεύρα. Νεύρα για το κατάντημα ορισμένων πραγμάτων.
Η κούραση και η ταλαιπωρία στο πρόσωπό του έκδηλη. Ο άνθρωπος αυτός, δυνατός όσο κανένας απ’ όσους έχω γνωρίσει, άνθρωπος που έστυβε την πέτρα, απλά ταλαιπωρούνταν. Ταλαιπωρούνταν γιατί σήμερα δεν προβλέπουμε τα πάντα, ξεχνάμε παράγοντες, δίνουμε λιγότερη σημασία εκεί που πρέπει και… θεωρούμε αντιοικονομικά ορισμένα πράγματα. Αν μιλήσεις με γιατρό της 10ετίας του 70 θα σου πει την τραγική αλήθεια: «Τότε πριν βγάλουμε συμπέρασμα κάναμε φύλλο και φτερό τον άρρωστο, δεν μας διέφευγε τίποτε, σήμερα προσπαθούμε να κάνουμε διάγνωση με όσο το δυνατόν λιγότερα στοιχεία, βλέπεις οι εξετάσεις κοστίζουν». Κοστίζουν; Τι πάει να πει αυτό; Ποιος τολμά να έχει το θράσος να υποστηρίξει ότι υπάρχει οτιδήποτε ανώτερο από την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τον ανθρώπινο πόνο και την ανθρώπινη υγεία; Ποιος είναι θρασύς αρκετά ώστε να πει ότι υπάρχει οτιδήποτε ανώτερο από τον άνθρωπο; Όλα τα άλλα γίνονται, δημιουργούνται, αντικαθίστανται, ο άνθρωπος ποτέ.
Γεγονός είναι ότι αν κάποιος έλεγε ότι θέλει χρήματα για κάποιες εξετάσεις δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα, μέχρι και τον Γιακούμπ θα μπορούσαμε να πληρώσουμε. Όμως κανείς δεν το είπε. Απλά και μόνο γιατί η νοοτροπία πλέον που επικρατεί στην χαλεπή κοινωνία που μας έπεβαλαν είναι η «οικονομική βελτιστοποίηση». Έτσι μιας και μπορούσε κάποιος να βγάλει λογικά συμπεράσματα χωρίς εξετάσεις, επαφιόταν σε αυτά. Και οι εκτιμήσεις τους, γιατί οι γιατροί δυστυχώς πάντα μόνο εκτιμήσεις μπορούν να κάνουν, δεν μπορούν ποτέ να είναι σίγουροι και δεν φταίνε ποτέ για την εκτίμησή τους, φταίνε μόνο όταν πιστεύουν πως δεν χρειάζεται να τα μελετήσουν όλα, όταν δηλαδή σταματούν να είναι επιστήμονες και γίνονται επαγγελματίες, αυτό τους έδειχναν. Και μόνο όταν μετά από 4 μήνες έφτασε ο κόμπος στο χτένι παραδέχθηκαν όλοι πως απλά είπαν να μην κάνουμε επιπλέον εξετάσεις. Βλέπεις θα κόστιζαν και είπαν να «βελτιστοποιήσουν» οικονομικά την υγεία του ανθρώπου αυτού (άντε μου στο διάλο με την οικονομική βελτιστοποίηση, ευγενικά-ευγενικά). Αλλά σίγουρα το πρόβλημα δεν είναι στο αν ήθελα και είχα την δυνατότητα να πληρώσω το Γιακούμπ, που πάλι δεν έχει νόημα αφού η νοοτροπία της κοινωνίας μας μας έχει φέρει σε τέλμα και κανείς δεν μου το πρότεινε καν, το πρόβλημα είναι ότι υπάρχουν θρασύτατοι που πιστεύουν ότι δεν θα έπρεπε όλοι οι άνθρωποι, εντελώς ισότιμα, να τυγχάνουν της πλήρους προσοχής και παροχής ιατρικής περίθαλψης, χωρίς χρηματικές απαιτήσεις (δηλαδή αν δεν έχει δεν είναι άνθρωπος ε, δεν αξίζει την προσοχή που αξίζεις εσύ που έχεις ε; ρε άντε μου στο διαλο, δις...). Η υγεία κύριοι που ορκιστήκατε στον Ιπποκράτη δεν ξέρει από οικονομία. Μη τσιμπάτε όταν σας τριβελίζουν το μυαλό περί «οικονομικών βελτιστοποιήσεων». Η οικονομία έρχεται πάντα μετά από την υγεία. Αυτό βάλτε το καλά στο μυαλό σας και εσείς, και όσοι στενόμυαλοι θεωρητικοί νομίζουν ότι η οικονομία είναι πανάκεια και προσπαθούν να «βελτιστοποιήσουν την κοινωνία», ένα πολύπαραγοντικό σύστημα, μελετώντας μόνο μια μεταβλητή του, αλλά και οι ψευτοπολιτικοί που κυβερνούν την υφήλιο. Η πράξη είναι πολυπαραγοντική και όσο και αν αυτό σας χαλάει την σούπα, πρέπει να το αποδεχθείτε και να δουλέψετε με αυτό και όχι όπως θέλετε εσείς και οι θεωρίες σας. Υγεία, παιδεία και ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν είναι είδη προς εμπόρευση.
Τα καντήλια θα ήταν πολύ περισσότερα, όσα δηλαδή κατέβασα το μεσημέρι, προς όσους παρωπιδικούς ουρακοτάγκους βλέπουν μόνο χρήμα και οικονομία μπροστά τους, για την κατάντια στην οποία έχουν ρίξει την κοινωνία μας, αλλά η αλήθεια είναι ότι τώρα είμαι αρκετά πιο ήρεμος (ναι, αυτό είναι το ήρεμο, το μεσημέρι άνετα σκότωνα με γυμνά χέρια όποιον μου μιλούσε για οικονομία). Όμως μετά, μιας και ήμουν στην περιοχή, πέρασα να δω και το βαφτιστήρι μου. Η αλήθεια είναι ότι το πλατύ του χαμόγελο, η ζεστή αγκαλιά του και ο τρόπος που κρεμάστηκε επάνω μου και δεν έλεγε να ξεκολλήσει μου έφτιαξαν αρκετά την διάθεση. Βλέπεις δεν υπάρχει τίποτε ανώτερο από τη ζεστή αγκαλιά ενός παιδιού και το ζεστό χεράκι που σε κρατάει σφιχτά για να μην του φύγεις αλλά και γιατί ξέρει ότι το αγαπάς και το προσέχεις. Όχι ότι δεν μου έβγαλε και την πίστη το σκασμένο, αλλά χαλάλι του :)
Αρκετά πιο ήρεμος, ξεκίνησα το ταξίδι της επιστροφής. Άλλα 220 χιλιόμετρα και βρίσκομαι πάλι σπίτι, μόνος, νευριασμένος για την κατάντια της κοινωνίας μας και τους στενόμυαλους που την δημιουργούν, αλλά και ευχαριστημένος που είδα και παππού και εγγονό. Όπως και αν τους είδα. Γιατί οι άνθρωποι παραμένουν πάνω απ’ όλα, όσοι στενόμυαλοι και αν υπάρχουν σε αυτό τον κόσμο.

Η οικονομία μπορεί να είναι κινητήριος τροχός της αμάξης,
παραμένει όμως τροχός, δεν είναι η ίδια η άμαξα.