Τρίτη, 10 Μαΐου 2011

Γιατί δεν πήρες τ’ όπλο σου;

Το σωτήριο έτος χίλια εννιακόσια εβδομήντα δύο, ο Θανάσης, ένας μεροκαματιάρης, παίρνει ένα δάνειο για να χτίσει το σπίτι, προίκα της αδερφής του. Έχει στην πλάτη άλλο ένα δάνειο για το φορτηγό του. Το φορτηγό με το οποίο βγάζει το ψωμί του. Χτίζει το σπίτι και αγωνίζεται να ξεχρεώσει και τα δύο δάνεια. Εις μάτειν φυσικά. Έχει ήδη καθυστερήσει τρεις δόσεις και ο κολλητός του φίλος λέει στο παραπαίδι του: «Είδες ο κυρ’ Απόστολος; Το σκέφτηκε καλά, γιατί του το έδωσε το δεύτερο δάνειο νομίζεις; Τώρα θα του πάρει και το σπίτι, και το φορτηγό!»
Σχεδόν σαράντα χρόνια μετά, η ταινία αποδεικνύεται απόλυτα προφητική. Απερίσκεπτα χρεωμένη δάνεια, το ένα μετά το άλλο, η Ελλάδα συνεχίζει να επιμένει στο δανεισμό ως μοναδική «λύση», μοναδική οδό ανάπτυξης και διαβίωσης. Το σκέφτηκαν καλά και οι δανειστές, και αφού πρώτα φτάσαμε στο επίπεδο να είναι δύσκολη η αποπληρωμή, ήρθαν, το σωτήριο έτος δύο χιλιάδες δέκα, τη «χρονιά του σοσιαλισμού» όπως ίσως θα ονομαζόταν στο κινεζικό ημερολόγιο, και έφεραν μετά βαΐων και κλάδων το μνημόνιο. Το α’, το β’, το γ’, το ένα μετά το άλλο. Μέχρι που κάποια στιγμή θα πουν στην Ελλάδα, όπως ο κυρ’ Απόστολος είπε στο Θανάση: «Το βλέπεις αυτό το χαρτί; Το φορτηγό είναι δικό μου μέχρι να αποπληρώσεις. Φέρε τα φράγκα και τότε το παίρνεις».
Κανένας Έλληνας όμως δεν έδωσε βάση στον «δικό του άνθρωπο», κανένας. Και η χώρα συνεχίζει να προσπαθεί να «ορθοποδήσει», ακολουθώντας μνημόνια που δήθεν σκοπό έχουν την βελτίωση του κράτους, μοναδικός τους όμως στόχος είναι η ταχύτατη καθιέρωση ενός οικονομικοκοινωνικού μοντέλου το οποίο ολοφάνερα έχει αποτύχει ακόμα και σε χώρες «υποδείγματα». Το σύνολο των χωρών του δυτικού κόσμου άλλωστε καρκινοβατεί, παρότι οι πιο «ανεπτυγμένες» έχουν υιοθετήσει εδώ και καιρό το μοντέλο αυτό. Παρόλ’ αυτά, η παρωπιδική προσκόλληση σε αυτό δεν αφήνει κανένα περιθώριο. Όλοι θα το υιοθετήσουμε, να πάει το καράβι αύτανδρο κάτω· του κόσμου τούτου, όχι μόνο της Ελλάδας. Στο αναμεταξύ, όπως ο Απόστολος καθόταν σε σπιταρόνα και έπαιζε όλη μέρα χαρτιά στο καφενείο, έτσι και σήμερα οι χρηματιστές, οι επονομαζόμενοι και αγορές, παίρνουν τα παχυλά «μπόνους» τζογάροντας ολημερίς κι ολονυκτίς, απολαμβάνοντας τον κόπο κάποιου Θανάση, αλλά παράγοντας μηδέν.
Βλέπεις, αυτό είναι το μειονέκτημα των διαχειριστών. Διαχειρίζονται την παρούσα κατάσταση, δεν παίρνουν πολιτικές αποφάσεις· κι ας τις χαρακτηρίζουν έτσι, διαχειριστικές είναι, όχι πολιτικές.
Κι έτσι λοιπόν, ενώ το μνημόνιο θα βελτίωνε την Ελλάδα στην πράξη ασχολείται μόνο με τα λογιστικά και την νομοθεσία της αγοράς. Τέλος Απρίλη η Αννούλα υπέγραψε το χαρτί που θα έπρεπε να βρίσκεται στο φυντανοτροφείο πριν την αρχή του ακαδημαϊκού έτους. Επτά μήνες καθυστέρηση. Πάλι καλά, αν είχε καθυστερήσει άλλους δύο θα την πρόφταινε η λήξη! Το πρόβλημα δεν είναι λογιστικό· ούτε το πρόβλημα του Θανάση ήταν λογιστικό. Διοικητικά είναι και τα δύο. Κι όταν η διοίκηση, αντί να δουλέψει και να παράγει έργο, ασχολείται με τις φιέστες και την επικοινωνιακή διαχείριση, η κατάσχεση είναι σίγουρη.
Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τον παραγωγικό τομέα. Βλέπεις, αντί να χρησιμοποιηθούν οι κερδοφόρες επιχειρήσεις, πωλούνται. Αντί να εξυγιανθούν οι μη-κερδοφόρες για να χρησιμοποιηθούν κι αυτές, «κανονίζονται όπως όπως» στα λογιστικά τους για να πωληθούν. Αντί να εξυπηρετηθεί άμεσα η κοινωνία, εξυπηρετείται η αγορά, με την ελπίδα να εξυπηρετηθεί η κοινωνία. Μύθος· αυτορυθμιστικός μύθος. Αν θες παραγωγικές δουλειές δημιούργησέ τες και υπεράσπισέ τες. Αν η αγορά θέλει, ας συμμετάσχει και αυτή στο παιγνίδι, κανένας δεν την έδιωξε· αν θέλει όμως να επιβάλλει και τους κανόνες, το κουβαδάκι της και σ’ άλλη παραλία. Υπάρχουν κι άλλοι δρόμοι, δεν είναι αυτή η μοναδική οδός. Αυτά όμως σε έναν κόσμο πολιτικών, όχι απλών διαχειριστών, μάνατζερς της κακιάς ώρας που έμαθαν επίκτητους νόμους να τους εφαρμόζουν σαν κληροδοτήματα της φύσης.
Το έργο βέβαια αφήνει και αιχμές για την ικανότητα των γυναικών να χαράσσουν πορεία· ε εμείς ακόμα περιμένουμε με την Αννούλα να δούμε φως στο τούνελ της παιδείας. Σε πεδίο βολής θα καταλήξουμε πάλι…