Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2005

Άγγλοι....

Είναι τρελοί;;;;;

Τι να πει κανείς...
Τι έκανε ρε ο άνθρωπος;;;; (Τρόπος του λέγειν...)
Σκότωσε την δασκαλίτσα γιατί λέει ότι φαντασιώνωνταν να «πάει» με το πτώμα της!
Την είχε και στο γκαράζ του για να μην του λείψει λέει......
Έλεος δηλαδή... Δηλαδή ρε μεγάλε τι απόλαυση σου έδωσε το πτώμα;
Άμα δεν σπαρταράει η γυναίκα δηλαδή εσύ τι καταλαβαίνεις;;;

:-o

Καλά λέω 'γω ότι οι Άγγλοι και οι Αμερικάνοι είναι η κατάρα της γής...
Και μην ρωτήσετε γιατί και οι Αμερικάνοι.... τα ίδια γίνονται και εκεί...
Άλλωστε την ιδέα της νεκροφιλίας όπως μας αποκάλυψε ο δράστης την πήρε από αμερικανικό site....

Να μην ξεχνιόμαστε...

Με την επιστροφή μας φυσικά επέστρεψε και η κλασική… ανωμαλία μας…. Δεν γίνεται δηλαδή να μπορέσω κι εγώ μια φορά, αν κοιμηθώ νωρίτερα από της 1:30, να μην ξυπνήσω πριν τις 7:30 ας πούμε;

Όπως καταλαβαίνετε, 6 η ώρα, γαρίδα το μάτι, και σιχαίνομαι και τις γαρίδες. Βέβαια το ξύπνημα ήταν μάλλον μια ευγενική χορηγία της αγαπημένης μου γειτόνισσας που αποφάσισε πρωί-πρωί να σπάσ…. εεεε να «πλύνει» τα πιάτα. Φυσικά άκουσε τα πρωινά «καντήλια» της, «μετέλαβε ευλαβικά» και η μέρα της πρόκειται να κυλήσει μια χαρούλα =:-) πλέον μετά την πρωινή επικοινωνία της με τα «θεία» (εγώ το λέω ότι τα έχω καλά με τον ΑποΚάτω, εσείς δεν με πιστεύετε!). Προβλέπω ότι σήμερα λοιπόν θα ξανακάψει το φαϊ της φαμίλιας της! Μην ανησυχείτε, δεν θα παραξενευτεί! Το καίει τουλάχιστον μια-δυο φορές τον μήνα! Α ρε νοικοκυράδες….!!!! Τι να πει κανείς….

Τέλος πάντων, το θέμα είναι ότι φυσικά δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι μετά το χαρούμενο ξύπνημα! Οπότε μετά από μερικές απελπισμένες προσπάθειες να συμπληρώσω κάτι παραπάνω από 5:30 ώρες ύπνο (σιγά και μη...) αποφάσισα να σηκωθώ και να κάνω καμιά δουλειά, να διαβάσω κανά e-mail, να βρω τα σοβαρά σημεία από τις απαντήσεις των συνεργατών μας - ναι έτσι είναι, τι νομίζετε, ότι λένε είναι σοβαρό; Μπαααα το 30% και αν...

Ε είπα να πρήξω και εσάς λίγο που μου σπάτε τα νεύρα και κοιμάστε σαν γουρούνια χωρίς να υπολογίζετε θορύβους... Άντε μην πω τίποτε τώρα.

Ούφ.. Καλημέρα σας... Πρέπει να ετοιμαστώ για το γραφείο...

9:00... Να μην σχολιάσω το γεγονός ότι έχω φτάσει πρώτος στο γραφείο... ή μάλλον στο κτίριο... :@

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2005

Ένας φίλος ήρθ’ απόψε…

Συνάδελφος, συνεργάτης, συμφοιτητής, RPGάς, κολητός.

«Είμαι Αθήνα.»
«Καλά ρε, Κυριακή βράδυ παίρνεις;»
«Πότε σε χάλασε;»
«Ποτέ!»
«Τί ώρα;»

Χρόνια και χρόνια μαζί. Ο σιδερόφρακτος ιππότης που μπήκε σε ένα dungeon μου για να ξορκίσει το κακό και βγήκε μόνο με ένα σπαθί, όχι το δικό του, και το σωβρακάκι του. Οι ατελείωτες νύχτες στην Θεσσαλονίκη. Φίλοι παλιοί, καλοί που τώρα είναι μόνο στις αναμνήσεις μου. Ούζο στον Μπάτη. Πολλά d8. Ακόμα και ο παπαtempus ήταν εκεί να ζωγραφίζει τον Εlminster να κόβει και να πουλάει γύρο με τζατζίκι. Καλά, βάρδο έχω ακούσει να εμψυχώνει με την μουσική του την ώρα της μάχης, Ζωγράφο όμως;;;; (Κάτσε λίγο να βγάλω τον καμβά μου να αποθανατίσω το τοπίο!). Α ναι.. είναι και ο «άλλος».. Αυτός ντε που σε όλα τα spells είχε για somatic component την «Χαρακτηριστική κίνηση»!

Μια ατελείωτη βραδιά με μπύρες.
Που είναι οι παλιοί καιροί που ήμασταν υποψήφιοι διδάκτορες και ξυνόμασταν όλη μέρα και το βράδυ, υπό την επήρεια του ουίσκι και τους ήχους της ethnic μουσικής του Ethnic να συζητάμε για αντιδραστήρες!

Άπειρα ξύδια στο Grotesque, άντε και στο Λούκυ Λούκ. Αυτή η οδός της ακολασίας τελικά είναι αξέχαστη. (Προξένου Κορομηλά για τους νέους)
Βόλτες, κρεπάλες και μπάτσες, πολλές μπάτσες. Νύχτες με ξεκαθάρισμα λογαριασμών, νύχτες με μπουζούκια, νύχτες με φίλους, νύχτες με γυναίκες.

Σήμερα φεύγει. Γερμανία. Εκεί δουλεύει τώρα. «Δεν τους αντέχω τους ξενέρωτους. Θα γυρίσω.» Δυο – τρία χρονάκια ακόμα και πίσω, με όλες τις εμπειρίες που αποκόμισε από το εξωτερικό. Ζει ρε ο Έλληνας χωρίς Τζατζίκι, Χτυπητή, Μεζεκλίκια, Κοψίδια, άφθονο Κρασί και ατελείωτη Αμπελοφιλοσοφία;

Δέκα χρόνια σινεμά…..
Μια συνάντηση, μια συζήτηση μα πάνω απ’ όλα μια ζεστή καρντάσικη αγκαλιά.
Καλό ταξίδι.

Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2005

Κυριακή, 21 Αυγούστου 2005

Η επιστροφή!

Αχ θάλασσά μου σκοτεινή,
Θάλασσ' αγριεμένη,
Πού θα με βγάλεις το πρωί;
Σε ποια στεριά μου ξένη;

Μεσοπέλαγα και επιστρέφοντας. Τα φώτα της πόλης σε λίγο θα φανούν και η "καθημερινότητα" περιμένει ξανά. Αυτή είναι η ζωή μας. Φεύγουμε, γυρνάμε, μαθαίνουμε, ζούμε. Από αύριο ξεκινά ο "αγώνας". Έχω να αντιμετωπίσω τον "δικό" μου και το "καλάμι" που λέγαμε!

Τρέμετε! Επιστρέφω δρυμήτερος ;p

ΥΓ: Περιμένετε απαντήσεις; Ότι καταλάβατε καταλάβατε!
ΥΓ2: Άμα καταλάβατε, πείτε μου κι εμένα!
ΥΓ3: Όσοι πιστοί προσέλθετε για μια νύχτα με μπουζούκια και άφθονα λουλούδια και τσιφτετέλια, να εγκαινιάσουμε την έναρξη της νέας εργασιακής χρονιάς. ΟΧΙ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ, προς θεού, μην ακούσω καμιά τέτοια μαλακία, σας έφαγα!

Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2005

Θαλασσινές Ιστορίες

Άλλος ένας βράχος στην άκρη του κόλπου. Μια ακόμα ιστορία. Μια βουτιά, μερικές απλωτές και φτάνεις. Από την κορφή του ατενίζεις το απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου. Μόνος, με τα λευκά άτια της θάλασσας να τρέχουν γύρω σου, ενώ ο αλμυρός αέρας φυσά απολαυστικά στο πρόσωπό σου, αυξάνοντας την αίσθηση ελευθερίας που νιώθεις μεσοπέλαγα. Μόνος, κύριος της φύσης γύρω σου, κύριος του εαυτού σου.

Τα πάντα είναι ρευστά γύρω σου. Το αεικίνητο νερό το φωνάζει. Είμαι εδώ τώρα, μόνο τώρα. Ποτέ δεν θα ξαναβρεθώ στην ίδια θέση. Απόλαυσέ με, πιάσε με, άδραξε την στιγμή. Μην προσπαθείς να προβλέψεις. Αύριο θα βρίσκομαι σε ένα άλλο πέλαγος, ούτε κι εγώ ξέρω ποιο! Πάντα θα είμαι το νερό, έτοιμο να σ' αγκαλιάσω, αλλά ποτέ το ίδιο όπως είμαι τώρα. Μπορείς να δεις προς τα που θα πάω, ναι, αδύνατο όμως να προβλέψεις ακριβώς που θα βρεθώ. Μόνο αν κινηθείς μαζί μου θα με βρεις, μόνο τότε θα γίνεις κύριός μου. Αεικίνητα, σαν εμένα. Ζήσε τώρα, χτίσε πάνω σε αυτό που ζεις και θα προχωρήσεις.

Είμαι ελεύθερο και αδάμαστο. Προχωρώ και εξερευνώ όλο τον κόσμο. Βλέπω όλα τα μέρη της γης και παίρνω από αυτά όλα τα καλά που μπορούν να μου δώσουν.

«Εκτιμώ την ελευθερία περισσότερο απ' ο,τιδήποτε άλλο στον κόσμο. Αυτό βέβαια με έχει αναγκάσει να πιω κρασιά που δεν μου άρεσαν, να κάνω πράγματα που δεν έπρεπε να κάνω και που δεν θα ξανάκανα ποτέ, ν' αποκτήσω πολλές πληγές στο σώμα και την ψυχή μου, να πληγώσω κάποιους ανθρώπους, που τους ζήτησα τελικά να με συγχωρέσουν όταν κατάλαβα ότι μπορούσα να κάνω τα πάντα εκτός από το να υποχρεώσω τους άλλους να με ακολουθήσουν στην τρέλα μου, στη δίψα μου για ζωή. Δεν μετανιώνω για τις στιγμές που υπέφερα, φέρω τις ουλές μου σαν μετάλλια, ξέρω ότι το τίμημα της ελευθερίας είναι τόσο υψηλό όσο και το τίμημα της σκλαβιάς, η μόνη διαφορά είναι ότι το πρώτο πληρώνεται ευχάριστα και με χαμόγελο, ακόμα και όταν το χαμόγελο αυτό σπιλώνεται από δάκρυα.»

Πάντα θαύμαζα την ελευθερία της θάλασσας. Πρεσβεύει τόσο όμορφα την φανερή αεικινησία του κόσμου μας. Χτίζουμε τον κόσμο μας στο σήμερα, προσπαθώντας να εκτιμήσουμε το αύριο. Δεν το ξέρουμε, δεν το γνωρίζουμε. Γι' αυτό και δεν εκμυστηρευόμαστε τα βαθιά σχέδιά μας. Γιατί γνωρίζουμε ότι η πλάση γελά με αυτά.

Άπλωσα την χούφτα μου και σ' έπιασα. Το νερό κύλησε στα δάχτυλά μου δροσίζοντάς τα. Όπου και να πας, ότι και να κάνεις, τώρα είσαι δική μου. Αυτό σημαίνει κάτι.

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2005

Ημερολόγιο Κυβερνήτη

6/8/05
Αέρας χαμηλός. Τριμάρουμε λάσκα το πανί. Ο αέρας το φουσκώνει, ο αετός γερμένος λες και κουρνιάζει πάνω στο κατάρτι. Τα μαύρα σύννεφα αριστερά δεν είναι ανησυχητικά. Ο αέρας τα διώχνει πίσω από το κάστρο. Ο καιρός φαίνεται να ξανοίγει! Το windsurf προχωρά αργά αλλά σταθερά.

Ξανοίγομαι προς το πέλαγο. Δυο περιοχές νηνεμίας δεν είναι ικανές να με σταματήσουν. Περνώ τα τρία λιθαράκια. Πλώρη για Αι' Νικόλα. Ο βράχος στην μέση του πουθενά.

Και ξαφνικά, μεσοπέλαγα, αυτό που δεν είχα προβλέψει. Νηνεμία. Αριστερά μαυρίλα. Πάνω στα βουνά των Ιωαννίνων πρέπει να ρίχνει "καταρράκτες". Δεξιά σύννεφα. Άσπρα, δεν είναι βροχής. Ανεξήγητο.

Προσπαθώ να σπρώξω το σκάφος "κωπηλατώντας" τον αέρα με το πανί. Απογοήτευση. Θέλω τουλάχιστον 2 ώρες να γυρίσω πίσω έτσι. Αν γυρίσω δηλαδή. Γιατί μισή ώρα προσπάθειας θα με εξουθενώσει.

Νηνεμία. Γιατί; Πού είναι η καταιγίδα; Και αυτή καλοδεχούμενη τώρα. Λάθος ευχή. Από πίσω εμφανίζεται το καλοκαιρινό μπουρίνι. Αφού ξέρω τον καιρό της περιοχής, πώς μου ξέφυγε η αλλαγή φοράς; Ήξερα ότι στ' ανοιχτά ο μαΐστρος θα είναι όπως πρέπει και όχι όπως εμφανίζεται μέσα στον κόλπο, λόγω της ιδιομορφίας της περιοχής. Γιατί δεν προέβλεψα ότι στα βαθειά θα με χτυπήσει η μαυρίλα του ορίζοντα, πίσω από το μοναστήρι, και όχι ο ανοιχτός καιρός που "φαινόταν" να έρχεται από την στεριά. Πάντα το έλεγα. Ποτέ μην εμπιστεύεσαι "στεριανές" υποσχέσεις. Η θάλασσα έχει τους δικούς της νόμους. Πρέπει να τους κρίνεις χωρίς να λαμβάνεις υπ' όψη σου την στεριά!

Καθώς χτυπά ο πρώτος, αναπάντεχος αέρας, μανιασμένα πάνω στο πανί, τριμαρισμένο λάσκα για να φουσκώνει στο σιγανό μελτεμάκι, το κάνει να σπαρταρά τον επιθανάτιο ρόγχο ενός σολομού. Φεύγει. Αδύνατο να κρατήσεις την μανιασμένη φύση αν δεν είσαι προετοιμασμένος γι' αυτή. Κι εγώ μέσα στα μανιασμένα κύματα. Γρήγορα μην χάσω το σκάφος.

Σκαρφαλώνω πάλι πάνω στην σανίδα. Σήμερα ο Αι' Νικόλας είναι άπιαστος. Καλύτερα να βρω τρόπο να γυρίσω. Αλλά πρέπει να τριμάρω το πανί. Λάσκα δεν σηκώνεται με τέτοιο αέρα. Αφού είμαι όμως ήδη επάνω, ας δοκιμάσω να το σηκώσω. ΤΙ να σηκώσω; Με τρόμο συνειδητοποιώ ότι το πανί λύθηκε από το τράνταγμα. Γιατί; Τί δεν πρόσεξα; Ο αέρας στρίβει το πανί. Με ρίχνει πάλι μέσα. Όμως, λυτό όπως είναι, στρέφει το κατάρτι πάνω μου. Το πόδι μου πάνω στη σανίδα ακόμα και ο μαστός μου το "πιάνει", το κλείνει ανάμεσα σε αυτόν και την σανίδα.

Πόνος και εγώ με το κεφάλι μέσα στη θάλασσα και το πόδι πιασμένο επάνω στο σκάφος. Δευτερόλεπτα. ΜΗΝ φοβηθείς. Σιγά και σταθερά πιάσε το μαστό και στρίψ' τον. Βγάλε πρώτα το πόδι και μετά βγαίνεις στην επιφάνεια.

Μέσα πάλι στα κύματα λοιπόν. Το μπουρίνι είναι δυνατό, το πόδι ματωμένο. Ψάχνω τη μάτσα. Γιατί λύθηκε το πανί; Είναι φανερό αυτό που δεν είχα προσέξει. Ένα πετραδάκι έχει μπει στο δαγκανάρι και το σχοινί δεν είχε πιάσει καλά. Τα λάθη στην θάλασσα πληρώνονται μόνο με ζωές. Αυτό το ξέρω από μωρό. Μου είναι βίωμα. Και όμως. Να και η λάθος εκτίμηση, και ο λάθος χειρισμός. Από την εκτίμηση γλυτώνεις. Το λάθος στο δέσιμο πώς το έκανα;

Η θάλασσα θέλει την ρέγουλα και το μεράκι της. Γενικά, ο "σύγχρονος" τρόπος ζωής που έχουμε μάθει στις πόλεις, σε αυτά τα ελεγχόμενα περιβάλλοντα που δημιουργήσαμε για να "βελτιώσουμε" την ζωή μας, δεν φτουράει μία μπροστά στα θεριά της φύσης. Έχετε δει τους "παλιούς" ναυτικούς; Έχετε αναρωτηθεί γιατί κάθονται με τις ώρες και κοιτούν τα σκάφη τους με το τσιμπούκι στο στόμα; Γιατί τα μελετούν και βρίσκουν την παραμικρή ατέλεια και την επισκευάζουν με μεράκι; Αυτός είναι ο μόνος τρόπος να επιζήσεις και να αντιμετωπίσεις τα θεριά της φύσης. Η υπομονή, η χαλαρότητα και η ηρεμία. Η φύση διδάσκει μόνη της αυτό που οι περισσότεροι ψάχνουν να βρουν απεγνωσμένα, μιλώντας ξαπλωμένοι στους καναπέδες. Τα μαθήματά της είναι δωρεάν και απλόχερα.

Μια στιγμή βιασύνης. Μια τόση δα στιγμή που δε χρησιμοποίησα τα διδάγματα που τόσο απλόχερα μου έδωσε η θάλασσα. Αυτή η στιγμή είναι ικανή να μου κοστίσει την ζωή!

Ηρεμία πάντα ηρεμία. Ποτέ μην αφήσεις το άγχος να σε κυριεύσει. Αυτό είναι το δεύτερα δίδαγμα της θάλασσας. Η θάλασσα είναι φίλος, όχι εχθρός. Ας βρέχει και ας λυσσομανάει ο αέρας. Σιγά σιγά και σταθερά τραβάω το σχοινί. Καθαρίζω την άμμο και το περνάω από το δαγκανάρι. Τριμάρω το πανί για πολύ αέρα. Εύκολα. Πολύ εύκολα. Όταν είσαι ήρεμος και σκέφτεσαι τα στοιχειά της φύσης σε φοβούνται. Δεν σε πειράζουν. Σαν να γαληνεύουν τα πάντα γύρω σου.

Σηκώνομαι. Ο αετός τώρα περήφανος στον αέρα. Το πανί δεν φουσκώνει πια. Ο αετός γελάει στα στοιχειά. Δεν θα με δαμάσετε, εγώ θα σας δαμάσω! Δεκαπέντε λεπτά μέσα η ξέρα. Μισή ώρα πίσω τα τρία λιθαράκια. Να πάω προς την στεριά; Λάθος απόφαση. Ποτέ μην υπερεκτιμάς τις δυνάμεις σου είναι ο τρίτος νόμος της θάλασσας. Ο αέρας σύντομα θα κουράσει τα χέρια μου και δεν θα αντέξω. Πλώρη προς το πέλαγος. Στις ανεξέλεγκτες καταστάσεις ψάχνεις το πιο κοντινό, όχι το πιο ασφαλές και λογικό καταφύγιο.

Φτάνω. Η βροχή συνεχίζει, αλλά δένω όπως μπορώ το σκάφος σε ένα σημείο του βράχου που εξέχει. Μερικά κύματα καβαλάνε την ξέρα, αλλά δεν υπάρχει κάτι καλύτερο. Σε λίγο ο αέρας θα κοπάσει. Τα μπουρίνια κρατούν λίγο. Στο βάθος τα σύννεφα είναι μαύρα. Δεν πρόκειται να σταματήσει εντελώς λοιπόν. Όταν κοπάσει ξεκινώ την επιστροφή. Ας χαρώ την αγριάδα της φύσης!

Μέσα σε ένα τέταρτο η βροχή έχει σταματήσει. Ο αέρας χαμηλώνει, αν και ισχυρός ακόμα, αλλά τα κύματα παραμένουν ψηλά. Στην ασφάλεια της ξέρας τριμάρω σωστά το πανί. Ο αέρας δεν μπορεί να το φουσκώσει πια. Στέκει αλύγιστο σαν τείχος! Ο αετός έχει ανοίξει τα φτερά του και γρήγορα περνώ τα τρία λιθαράκια. Τα χέρια πονάνε από την μανία του ανέμου, αλλά ο κόλπος είναι πια μπροστά μου. Λίγο ακόμα και το κύμα κοπάζει. Ο ήλιος λάμπει πάνω από το κάστρο και τίποτε δεν φανερώνει την μανία της φύσης λίγα μέτρα πιο πέρα.

Στην παραλία, ήρεμος και χωρίς να φανερώνει κάτι πάνω μου όλα αυτά, κάθομαι και κάνω τσιγάρο. Δεν κινδύνεψα. Φοβήθηκα, ναι, αλλά δεν άφησα τον φόβο να με κυριεύσει. Αυτό είναι άλλο ένα από τα μεγάλα μαθήματα της φύσης. Όταν σε κυριεύει ο φόβος είσαι ήδη νεκρός.

Γι' αυτό λατρεύω την θάλασσα. Δεν είναι μόνο η αίσθηση του αδέσμευτου, του ελεύθερου. Είναι γιατί έχει σταθεί η καλύτερη "δασκάλα" μου. Είναι γιατί με έχει διδάξει να είμαι πάντα ήρεμος στις δυσκολίες. Όσο γίνεται τουλάχιστον.

Αύριο ελπίζω ο καιρός να είναι καλύτερος. Χρόνια έχω να πάω στον Αι' Νικόλα. Φέτος θα πάω.


7/8/05
Πρωινή νηνεμία. Ο ήλιος λάμπει. Αν μετά τις δύο βάλει μαϊστράλι, οι συνθήκες θα είναι εκπληκτικές! Βουτάω και βγαίνω από τον κόλπο, προς το μοναστήρι. καλύτερα να είμαι σίγουρος από νωρίς. Καβατζάροντας το ακρωτήρι βλέπω την ηρεμία του ορίζοντα. Σήμερα η πιθανότητα για μπουρίνι είναι μηδαμινή. Περιμένω λοιπόν.

14:00
Ο αέρας ικανοποιητικός για πλανάρισμα. Δεν μπορώ να περιμένω άλλο. Θα διακινδυνέψω να με πάρει το απόγευμα μέχρι να γυρίσω. Λάσκα το πανί, ελέγχω τα σχοινιά και τις μπαλένες. Το σκάφος είναι έτοιμο. Πλώρη προς το πέλαγο. Το πόδι πονάει ακόμα από το χτεσινό ατύχημα αλλά το αγνοώ. Αργά μα σταθερά βγαίνω από τον κόλπο. Περνώ τα τρία λιθαράκια. Κοιτώ γύρω μου. Πουθενά σύννεφα. Δεν κάνω το ίδιο λάθος να αφεθώ στις εκτιμήσεις της στεριάς. Συνεχίζω. Ο αέρας φουσκώνει το πανί και ο αετός γέρνει τα φτερά του για να τον κρατήσει. Προχωρώ αργά μα σταθερά. Ο Αι' Νικόλας στον ορίζοντα φαντάζει μικρός.

Κοιτώ πίσω. Τα τρία λιθαράκια είναι παρελθόν και η παραλία που ξεκίνησα φαντάζει μικρή, τόσο μικρή που θα μπορούσα να την κλείσω στην παλάμη μου. Γύρω μου μόνο θάλασσα. Σε λίγο μπορώ να διακρίνω πλέων και τους τρεις κόλπους της Πάργας. Μικρή πια στην απόσταση, στεφανώνει το Τουρκοπάζαρο και κατεβαίνει αμφιθεατρικά στη θάλασσα. Μπροστά μου, ο βράχος, στόχος, μεγαλώνει ολοένα και περισσότερο. Ο αέρας δυναμώνει λίγο στο πέλαγος.

Προχωρώ. Σήμερα θα φτάσω. Ο στεφανωμένος απ' το ξωκλήσι βράχος φαντάζει πλέον μεγάλος. Αυτό που απ' την ακτή μπορούσα να το κρύψω με το δαχτυλάκι μου τώρα ορθώνεται τρεις φορές το ύψος μου. Τα χέρια κουράζονται αλλά συνεχίζω. Φτάνω. Κάνω τον κύκλο. Η σκαμμένη στο βράχο σκάλα είναι από την άλλη μεριά. Ασφαλίζω όπως μπορώ το σκάφος και ανεβαίνω.

Αι' Νικόλας
Ο βράχος στη μέση του πουθενά. Ανατολικά, στο βάθος, η στεριά. Δυτικά το απέραντο πέλαγος. Την κορυφή του στεφανώνει το ξωκλήσι του προστάτη των ναυτικών. Μια ανθρώπινη προσπάθεια να δαμαστεί η μανία της θάλασσας και να δημιουργηθεί στο κέντρο της ένας τόπος ιερός, να προστατεύει τους ψαράδες που περνούν πάνω από την μισή τους ζωή μεσοπέλαγα.

Μπαίνω μέσα, ανάβω ένα κερί. Εδώ το τίμημα δεν είν' τα χρήματα, αλλά η ίδια η ψυχή που έφτασε μέχρι εδώ να προσκυνήσει και να δώσει ελπίδα στους θαλασσινούς ταξιδευτές. Βγαίνω και προχωρώ στο ψηλότερο σημείο. Κοιτώντας δυτικά βλέπω γύρω μου μόνο απέραντο πέλαγος. Ηρεμία και αγαλλίαση. Θάλασσα, μόνο θάλασσα. Τίποτε άλλο. Κάθομαι και αγναντεύω για ώρα το πέλαγο. Μόνο ηρεμία. Απαντήσεις πουθενά αλλά απέραντη ηρεμία. Ο άγιος το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να μου προσφέρει την γαλήνη που προσφέρει και στην θάλασσα για χάρη των ταξιδιωτών. Τίποτε άλλο. Παίρνω ότι μπορώ από την αλμυρή αύρα που φυσά το πρόσωπό μου και την απεραντοσύνη του υγρού στοιχείου που απλώνεται γύρω μου απρόσκοπτο και άπειρο. Ο κόσμος μου φαντάζει μικρός μπροστά στον ατελείωτο ορίζοντα.

Θα μπορούσα να μείνω για πάντα εδώ, όμως το βράδυ μέσα στο πέλαγο θα γινόμουν έρμαιο της αγριάδας της φύσης. Η φύση σε σέβεται όσο δεν την αψηφάς. Αν το κάνεις, σε τιμωρεί ανελέητα. Κατεβαίνω. Έχω ηρεμήσει. Απαντήσεις δεν έχω αλλά γαλήνεψα. Είμαι ο απλός Darthiir, με τα λάθη του, που είναι τόσο φυσικά για ένα τόσο μικροσκοπικό δημιούργημα της πλάσης, όχι ο τέλειος άρχον των πάντων. Δυστυχώς η ζωή είναι μια ζαριά. Και ότι ζαριά κι αν πέσει, θα προσπαθήσω να την παίξω. Δεν ξέρω το αποτέλεσμα. Το μόνο που ξέρω είναι ότι πονάω τόσο, όσο πόνο προκαλώ. Και αυτό με κάνει δίκαιο στον εαυτό μου, όσο άδικος και αν φαντάζω στους άλλους. Όχι, ακόμα δεν έχω αποφασίσει πώς θα την ρίξω την ζαριά. Η απόφαση είναι δύσκολη. Ίσως αδύνατη. Η απόφαση θα είναι της στιγμής. Όπως πάντα. Στην θάλασσα προσπαθείς να προβλέψεις, αλλά οι πραγματικές αποφάσεις παίρνονται στη στιγμή. Απλά μια ιδέα του τι μπορεί να συναντήσεις έχεις πάντα.

Η επιστροφή είναι εύκολη, ο αέρας έχει δυναμώσει. Το σκάφος σκίζει τα κύματα και το φουσκωμένο πανί δαμάζει το αέρινο στοιχειό. Λίγο ακόμα να σηκωθεί ο αέρας και θα πρέπει να βουτήξω πάλι να τριμάρω μεσοπέλαγα. Όμως ο κόλπος μεγαλώνει γοργά. Πλώρη για το μοναστήρι λοιπόν γιατί αλλιώς δεν πρόκειται να βρω τον προορισμό μου. Ο αέρας θα με παρασύρει πάνω στο κάστρο και θ' αναγκαστώ να ξανανοιχτώ για να μπορέσω να μπω στον κόλπο. Περνώ τα τρία λιθαράκια και προχωρώ γοργά. Μπαίνω στον κόλπο. Θα βγω κοντά στην μέση, τριάντα με σαράντα μέτρα απόκλιση. Μια γωνία είναι! Ξανοίγομαι λίγο και κερδίζω το χαμένο έδαφος. Βγαίνω στο "καραβοστάσι" μου.

Κάποια άλλη στιγμή θα ξανάρθω. Τώρα βουρ για μπύρα στην παραλία, όπως αρμόζει ως κατακλείδα σε κάθε μεστό ταξίδι.

Η θάλασσα για μία ακόμη φορά στάθηκε η καλύτερη φίλη!

ΥΓ1: Κάηκα γαμώτο
ΥΓ2: Πονάει και ο λαιμός μου λίγο… :(
YΓ3: Για του λόγου το αληθές κρύωσα. Οι γιατροί λένε ότι θα ανεβάσω πυρετό.

Ποτέ δεν θα πεθάνουμε κουφάλα νεκροθαύτη!

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2005

Η αναχώρηση

Λοιπόν, αυτό ήταν.

Μάζεψα τα πράματά μου, φόρτωσα το windsurf μου και φεύγω. Πάω να ανοίξω τα πανιά μου και να χαθώ στα πέλαγα.

Θα αφήσω πίσω μου τα πάντα. Θέλω να είμαι εντελώς μόνος. Αν βρω το δρόμο της επιστροφής και δεν μείνω στα πέλαγα, όλα θα έχουν αλλάξει. Ή τουλάχιστον το ελπίζω να έχουν όλα αλλάξει.

Δεν ξέρω ποιος θα είμαι όταν γυρίσω. Ο Darthiir θα παραμείνει Darthiir the Abban για όποιον τον θελήσει. Ξέρει να είναι σύμμαχος σε κάθε περίπτωση, για κάθε ψυχή που τον χρειάζεται. Για λογαριασμό μου όμως δεν γνωρίζω. Ο φετινός χειμώνας ήταν ίσως από τους πιο "δαπανηρούς" χειμώνες που πέρασα ποτέ μου. Περίεργος, γεμάτος, μα περιέργως "άδειος". Πρέπει εντελώς αποστασιοποιημένα να εκτιμήσω όσα έμαθα και έζησα.

Και ο καιρός είναι λίγος. Πολύ λίγος. Δεν ξέρω αν προφταίνω, δεν ξέρω αν θα αναγκαστώ να βγάλω βεβιασμένα συμπεράσματα.

Αυτό που ξέρω είναι ότι η δική μου στενοχώρια θα είναι σίγουρα τουλάχιστον ισάξια με αυτήν που θα προκαλέσω στους γύρω μου. Και είναι πολλοί, αυτοί οι γύρω μου και σημαντικοί. Άνθρωποι που παίζουν τώρα, ή εδώ και πολύ καιρό, ρόλο στην ζωή μου. Μακάρι να μπορούσα να μην πληγώσω κανέναν. Αλλά δεν γίνεται. Δεν μπορείς να έχεις και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο. Το ξέρω. Απλά πρέπει να αποφασίσω το κομμάτι που θα δώσω.

Πάντα έπαιρνα αποφάσεις άμεσα και αποτελεσματικά. Αλλά τώρα οι παράμετροι είναι πολύπλοκες και επηρεάζουν/επηρεάζονται σε βάθος χρόνου. Οι αποφάσεις είναι απλές και πάλι αλλά είναι και τόσο πολύπλοκες που δεν ξέρω αν μπορεί να τις πάρει κάποιος με καθαρό μυαλό.

Όταν έρθει το τέλος θα μάθουμε. Και εσείς και εγώ. Ή μάλλον εγώ, γιατί εσείς μπορεί και να μην μάθετε, αλλά το ζητούμενο είναι να μάθω εγώ.

Όπως έλεγε και ένας φίλος bloger, η απάντηση είναι δεν ξέρω.

Ή όπως έλεγε κάποιος μεγάλος παλιότερα:

Έν είδα ότι ουδέν είδα.

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2005

Καταστροφών συλλέκτης

Ένα συνονθύλευμα από εμπειρίες, αναμνήσεις, πόθοι, πόνοι. Το φως, η συνειδητοποίηση της τραγικότητας, η θλίψη.

Πλουσιοπάροχα η ζωή μου έχει θέσει πολλά ερωτήματα και μου έχει δώσει όλες τις απαντήσεις. Αλλά οι απαντήσεις της είναι ζωντανές, παραδείγματα μέσα από την ίδια μου την πραγματικότητα, που πονάνε ακόμα περισσότερο από τα ερωτήματά μου. Και ταυτόχρονα, η σειρά αντίστροφη, όπως της αρμόζει, ώστε να κατανοήσω σε βάθος την απάντηση. Όχι όπως την αποζητώ, ώστε να την ξέρω εκ των προτέρων. Αναγκάζομαι να δημιουργήσω μια ύβρη, μέσα από την τίση, ώστε να λυτρωθώ κατανοώντας κάθε λεπτομέρεια, βλέποντας μπροστά μου σε όλο το μεγαλείο της την αλήθεια που τόσο τυφλά δεν μπορούσα να κατανοήσω, μια αλήθεια που την δημιουργώ βήμα το βήμα. Αναρωτιέμαι, γιατί δεν μπορούσα να τα γνωρίζω νωρίτερα όλα αυτά ώστε να αποφύγω την φουρτούνα; Δημιουργώ την καινούργια φουρτούνα και μετά το κάθε βήμα συνειδητοποιώ και μια ακόμα απάντηση. Τώρα καταλαβαίνω το γιατί, μετανιώνω για το βήμα, αδυνατώ όμως να κάνω πλέον πίσω και συνεχίζω, ανεβαίνοντας με κόπο τον Γολγοθά των αναζητήσεών μου και γνωρίζοντας τον σταυρό που με περιμένει στην κορυφή του. Τα μανιασμένα κύματα θα κατακλύσουν ακόμα μια φορά τα πάντα, σαρώνοντας στο πέρασμά τους, ώστε να βρω στο τέλος εγώ την γαλήνη μου ακόμα και αν το πλοίο βυθιστεί αύτανδρο. Μνημόσυνο στους ναύτες που χάθηκαν….

Ίσως όλα αυτά αποτελούν μια προτροπή να εγκαταλείψω τον αυθορμητισμό, να κάνω αυτό που πρέπει, όχι αυτό που θέλω, κάτι που πάντα επεδίωκα και πετύχαινα στην ζωή μου. Πάντα ήθελα, αδιαφορώντας για τα πρέπει και τις συνέπειες, και πάντα έπαιρνα αυτό που ήθελα, αναλωνόμενος μέσα από την επίμονη επιδίωξη του στόχου μου. Ικανοποίηση αλλά και απογοήτευση. Ο στόχος μπορεί πολλές φορές να αποκλίνει από το πραγματικά ζητούμενο. Μπορεί να είναι τέλειος αλλά μη εφαρμόσιμος.

«Φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου» γιατί ο μόνος που φοβάμαι είναι ο ίδιος μου ο εαυτός. Χειρότερος από κάθε εμπόδιο, κάθε δυσκολία κάθε «πλεκτάνη» και «δολοπλοκία» που μπορεί να συναντήσω. Βλέπω, προβλέπω και παρόλ’ αυτά πράττω αυθόρμητα και ανεξέλεγκτα.

Στο τέλος μπορεί ακόμα και αυτό το πρέπει, αυτό που τόσο φανερά και απροκάλυπτα μου έχει φανερωθεί, το όχι τόσο μακριά από τα θέλω μου, αλλά τόσο ασύμβατο με τον αυθορμητισμό μου, να μου γίνει αδύνατο. Φοβάμαι τόσο πολύ τον εαυτό μου που στο τέλος θα πειστώ ότι θα το καταστρέψω. Καρδιά και μαχαίρι. Θύτης και θύμα....

Καταλαβαίνω. Αλλά και πάλι μου είναι πολύ δύσκολο να αποδεχθώ.

Στην αγκαλιά σου θάλασσα να με 'παιρνες και πάλι,
'Κει μέσα που γεννήθηκα, 'κει να χαθώ για πάντα,
Στα πέλαγά σου να χαθώ, αδάμαστος σαν κύμα.
(Μικρή παράφραση δημιουργίας του υποφαινόμενου)

Φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου...

Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο
ένα μικρό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι
-- όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι Αραπάδες --
που από ένα γέρον έμπορο τ' αγόρασα στ' Αλγέρι.

Θυμάμαι, ως τώρα νά 'τανε, το γέρο παλαιοπώλη,
όπου έμοιαζε με μια παλιά ελαιογραφία του Γκόγια,
ορθό πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες,
να λέει με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια :

"Ετούτο το μαχαίρι εδώ που θέλεις ν' αγοράσεις
με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το 'χει ζώσει,
κι όλοι το ξέρουν πως αυτοί που κάποια φορά τό 'χαν,
καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει.

Ο δον Μπαζίλιο σκότωσε μ' αυτό την Δόνα Τζούλια,
την όμορφη γυναίκα του, γιατί τον απατούσε.
Ο Κόντε Αντόνιο, μια βραδιά, το δύστυχο αδερφό του
με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε.

Ένας Αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλεια
Και κάποιος ναύτης Ιταλός ένα Γραικό λοστρόμο.
Χέρι σε χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια.
Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μ' αυτό μου φέρνει τρόμο.

Σκύψε και δες το, μι' άγκυρα κι ένα οικόσημο έχει,
είν' αλαφρύ, για πιάσε το, δεν πάει ούτε ένα κουάρτο,
μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν' αγοράσεις."
-- Πόσο έχει; -- Μόνο φράγκα εφτά. Αφού το θέλεις, πάρ' το.

Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο,
που ιδιοτροπία μ' έκανε και τό 'καμα δικό μου·
κι αφού κανένα δε μισώ στο κόσμο να σκοτώσω,
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου ...

Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2005

Έργα και ημέρες...

Μπορώ ν’ αλλάξω τον κόσμο;

Όχι, κάθε φορά που προσπαθώ χτυπάω σε τοίχο. Είχα τ’ όνειρο να κάνω έναν κόσμο καλύτερο μα μεγαλώνοντας συνειδητοποιώ ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτε. Δεν το χωράει το μυαλό μου, τόσα όνειρα χαμένα και η κοινωνία στο τέλμα της όσο καλή διάθεση και αν είχα, όσο κι αν προσπάθησα, όσο κι αν απαίτησα…

Ακόμα αντηχούν στο μυαλό μου αυτά τα λόγια. Απαίτησε να αλλάξει την κοινωνία αλλά αυτή δεν την άκουσε. Συνεχίζει το δρόμο που χάραξε, παρόλο που η «πεφωτισμένη» Ε*****α της έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου: Μη, μην πας από εκεί, όχι στην άκρη του γκρεμού!

Θέλω ν’ αλλάξω τον κόσμο;

Ναι, κάθε φορά που βλέπω κάτι που νομίζω ότι είναι στραβό με στενοχωρεί, με κάνει να λυπάμαι, με σπρώχνει να το διορθώσω. Δεν μπορώ όμως να απαιτώ από τον κόσμο να γίνει όπως τον θέλω εγώ. Δεν μπορώ να ζητήσω να μπει στο «γύψο» για να διορθώσω τα κατάγματά του. Είναι εγωιστικό, βλάσφημο, να θεωρώ ότι μια ολόκληρη ανθρωπότητα πρέπει να ακολουθήσει εμένα, τον λαμπρό και φέρελπη νέο. Μπορώ να ζητήσω, ναι, να απαιτήσω όμως όχι. Εκατομμύρια μυαλά ίσως ξέρουν καλύτερα από εμένα, όσο και αν πιστεύω στον εαυτό μου.

Το έργο κάθε ανθρώπου, οι σκέψεις του, ακόμα και οι επιθυμίες του, γίνονται μέρος ενός συνόλου. Το σύνολο αυτών αποτελεί ένα ψηφιδωτό που υπάρχει εδώ και χιλιάδες χρόνια και που κάθε μέρα γίνεται πιο περίπλοκο και πιο όμορφο.
Ο κάθε άνθρωπος αποτελεί μια μικρή ψηφίδα, η οποία προστίθεται στο πολυχρωματικό ψηφιδωτό της ανθρωπότητας. Σημασία έχει πάντα το ψηφιδωτό. Ποτέ το λιθαράκι του. Τι είναι ένα λιθαράκι μπροστά στο σύνολο; Και όμως, ακόμα και το λιθαράκι είναι σημαντικό. Αν δεν υπήρχε… αν δεν υπήρχαν τα λιθαράκια, δεν θα υπήρχε καν το ψηφιδωτό!

Καθένας μας βάζει ένα κομματάκι με διαφορετικό χρώμα, σχήμα, φωτεινότητα. Αν το κομματάκι αυτό είναι όμορφο, πολλά άλλα μπορεί να ακολουθήσουν, με παρόμοιο σχήμα και χρώμα. Τότε το ψηφιδωτό αποκτά το χρώμα μας. Το χρώμα που προτιμήσαμε εμείς. Γιατί έτσι άρεσε.

Μπορώ ν’ αλλάξω τον κόσμο;

Ναι!
Μπορώ να του αφήσω την κληρονομιά μου. Να την καταθέσω και να περιμένω. Κάποιος, κάπου, κάποτε μπορεί να την ενστερνιστεί….