Κυριακή, 6 Απριλίου 2008

Ζουμί κοκόρου

Βροχή «κοκορόζουμο» χτες. Ορατότητα περιορισμένη, δρόμοι επικίνδυνοι. Το ατυχές γεγονός όμως εν στάσει. «Εκδορές»… Έληξε γρήγορα, άφησε μια πίκρα, αλλά δεν του επέτρεψες να επέμβει και να καταστρέψει την ηρεμία και τη διάθεση – καμία όρεξη για νεύρα. Κουβέντες, πολλές. Ατελείωτη νύχτα μέσα στην βροχή και η επιστροφή με ρούχα σχεδόν βρεγμένα – εντελώς υγρά σίγουρα – και την υποψία πως πίσω από τα μαύρα σύννεφα ο ουρανός έχει αρχίσει να φωτίζει. Και όμως το πρωί ήρθε πολύ νωρίς και αέρας έδιωξε τα σύννεφα. Ο ήλιος έλαμψε και η βόλτα στην κορυφή του βουνού φάνταζε επιβεβλημένη. Ειδικά όταν αισθάνεσαι πως οι τέσσερεις τοίχοι σε πνίγουν. Προτιμάς τον αέρα που ώρες-ώρες λυσσομανάει και τον ήλιο που καίει κάθε που πέφτει επάνω σου, καθώς παίζει κρυφτούλι μεσ’ τα σύννεφα. Κούκου…-Τα, κούκου…-Τα.
Προτιμάς την βόλτα που σε ανεβάζει στην «πίσω πλευρά». Μπορεί εδώ η θέα να μην είναι τόσο ωραία για την όραση, αλλά αποδεικνύεται πολύ πιο ενδιαφέρουσα για το νου. Εκεί μπροστά ένα σχολείο, κάπου πέρα δεξιά.... Στέκεσαι, αναπολείς, ονειροπολείς. Το χέρι απλώνει προς την τσέπη και ψαχουλεύει μηχανικά. Η φωνή δεν αργεί να συμπληρώσει το «σκηνικό».
Ο αέρας κάνει την πόλη να φαίνεται πολύ «καθαρή». Ώρες-ώρες αισθάνεσαι πως δεν είναι οι τοίχοι που σε περιορίζουν αλλά το ίδιο το κορμί σου. Τουλάχιστον η βόλτα αναζωογονεί, σε ηρεμεί, ανασαίνεις πιο ελεύθερα. Τα πουλιά κελαηδούν γύρω και η μελωδία τους μεταφέρεται μακριά, γίνεται αντιληπτή στην άλλη άκρη, να εκεί πέρα στο βάθος, τόσο μακριά και ταυτόχρονα τόσο κοντά. Η επιστροφή σε έναν χώρο πολύ άδειο για να σε χωρέσει.