Παρασκευή, 7 Απριλίου 2006

Μέσα – έξω…

Αυτό δεν είναι άνοιξη, χρειάζεσαι πλέον αστρική και όχι μετεωρολογική πρόβλεψη για να δεις αν θα έχει ήλιο ή συννεφιά τα επόμενα πέντε λεπτά. Και να έχεις και τους συνεταίρους να σου μιλάνε για Ρία και για ντεΤζανέιρα και Ρίο-Αντίρριο με σχεδία…

Α τώρα βγήκε ο ήλιος, δεν αγχώνομαι, θα ξαναμπεί! Άντε γιατί έρχεται Πάσχα και πρέπει να κάνουμε και το πρώτο μας μπάνιο, (ξαναμπήκε.. ο ήλιος εννοώ) αλλά δεν το βλέπω με τέτοιο καιρό. Τι καλά στην όαση που έχει πάντα ήλιο και νεράκι για μπανάκι με την αλεπουδίτσα…

Περιέργως από το πρωί σήμερα οι συζητήσεις είναι περί χρόνου. Τα παιδιά λέει δεν έχουν καθόλου ελεύθερο χρόνο και έχουν καταντήσει οι «σκληρότεροι εργαζόμενοι» όλων. Σχολείο – διάβασμα – φροντιστήρια, χορό/εκδηλώσεις κτλ. Εγώ πότε θα παίξω μαμά; Λογικό είναι η ψυχολογική τους κατάσταση να είναι διαλυμένη, από μικρά, αφού αισθάνονται να είναι ρομποτάκια. Ενώ οι μεγάλοι ε; Κάποτε η οικογένεια έτρωγε το μεσημεριανό της και είχε τον χρόνο της να ασχοληθεί με τα παιδιά, με την επικοινωνία, με τα πάντα. Τώρα μέχρι τις έξι το απόγευμα τρέχουν όλοι και δεν φτάνουν. Πτώματα γυρνούν σπίτι, πού ν’ ασχοληθούν με τα οικογενειακά; Κούραση τους καταβάλει, αυξημένη κούραση λόγω άγχους για το μέλλον και την οικονομική αβεβαιότητα, αυξημένη κούραση λόγω του ανθυγιεινού περιβάλλοντος που έχουμε δημιουργήσει στην πόλη. Βαριεστιμάρα. Ναι βαριεστιμάρα γιατί όταν αισθάνεσαι ότι δεν έχεις κάτι σοβαρό να κάνεις και ότι (καλή μεν η δουλειά, αλλά) το μόνο που έχεις στην ζωή σου είναι να δουλεύεις σαν είλωτας για να εξασφαλίσεις το προς το ζην, αλλά καταλαβαίνεις ότι ο καιρός περνά και το μόνο που έχεις να θυμάσαι είναι η δουλειά, ε γιατί να συνεχίσεις να προσπαθείς; Ας μην αναρωτιόμαστε γιατί πλέον η μισή Αθήνα (για να μην πω η μισή ανθρωπότητα ή μάλλον η μισή ανθρωπότητα που ζει με το «δυτικό τρόπο ζωής») βρίσκεται ξαπλωμένη στους καναπέδες και μιλάει στους ψυχιάτρους (πριν 3 χρόνια είχε γίνει και σλόγκαν ότι η μισή Αθήνα είναι ξαπλωμένη σε έναν καναπέ και μιλάει στην άλλη μισή!). Όταν όμως καταργείς την παραγωγή και στρέφεσαι στο να προσφέρεις υπηρεσίες έτσι είναι. Οι υπηρεσίες δεν έχουν ώρα, σε θέλουν 24-365 απίκο να περιμένεις πότε θα σε χρειαστούν!

Ένας φίλος πήρε από τα παλιά. Τον λέγαμε τότε Altaiir. Ο Sadus παντρεύεται άντε με το καλό. Μας έβγαλε την πίστη 15 χρόνια. Οι παρέες διαλύθηκαν λέει κι εκεί στην ΠανωΠόλη. Μου θύμισε τα παλιά. Όντως κάθε φέτος και χειρότερα. Οι γονείς μας ζήσαν το αντίθετο. Εμείς;

Εμείς τελικά τρέχουμε και δεν φτάνουμε με την ελπίδα ότι μια μέρα ίσως ζήσουμε και κάνουμε και κάτι ευχάριστο, με την ελπίδα ότι θα κατανοήσουμε την ζωή μας, με την ελπίδα ότι όταν γυρίσουμε πίσω και κοιτάξουμε, θα δούμε πράγματα να είμαστε ευχαριστημένοι που τα κάναμε και δεν θα χρειαστεί να τα ψάχνουμε μέσα στις ατελείωτες ώρες δουλειάς. Οι γονείς μας το είχαν αυτό το προνόμιο. Για εμάς δεν είμαι καθόλου σίγουρος. Δεν ξέρω αν στο τέλος θα συνειδητοποιήσουμε ότι ζήσαμε πολύ λιγότερα από αυτούς. Και αν ναι, τότε θα είναι πολύ άδικο. Γιατί αναπτύξαμε την τεχνολογία και τις επιστήμες για να ελευθερώσουμε τον άνθρωπο και να του προσφέρουμε καλύτερη ποιότητα ζωής. Ποιος την έκλεψε όμως αυτή την ποιότητα; Γιατί δεν μπορώ να πω ότι αισθάνομαι να έχω καλύτερη ποιότητα ζωής από τους γονείς μου. Χειρότερη έχω. Γιατί η ποιότητα ζωής δεν μετριέται με τις παροχές, μετριέται με τα συναισθήματα. Και αν είναι έτσι… καλύτερα στη όαση με το μποστάνι και τις αντιλόπες… Δεν γίνεται κάθε πέρσι και καλύτερα, πρέπει να ξαναγίνει κάθε φέτος και καλύτερα. Και πρέπει όλοι μας να δουλέψουμε γι’ αυτό.

Για την ώρα 6 και σήμερα. 6 και σήμερα γιατί εγώ δεν συμβιβάζομαι με αυτόν τον τρόπο ζωής. Μου είναι αδύνατο. Θέλω να γυρνάω σπίτι μου και να έχω το χρόνο να ασχοληθώ με τα παιδιά μου και με την ζωή μου και με την αλεπού μου και με όλα. 6 και σήμερα για να δώσω μια μούτζα σε έναν από τους εκπροσώπους επιβολής αυτού του τρόπου ζωής. Και σε αυτόν αλλά και σε όλη του την φατρία. Του το έχω πει ήδη κατάμουτρα, θα του την δώσω κι όλας. Και τώρα, αλλά και σε ένα χρόνο, γιατί η εκδίκηση είναι ως γνωστών κρύο πιάτο.

Εγώ πότε θα ζήσω μαμά;
Έξι και σήμερα