Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου 2007

Έρευνα και ανάπτυξη στην Ελλάδα (;;;!!!;;;)

Χάρηκα ιδιαίτερα όταν άκουσα για «βιομηχανία παραγωγής πολυμερών χρωμάτων» η οποία διέθετε τμήμα έρευνας και ανάπτυξης (R&D). Στο μυαλό μου ήρθαν μελέτες για τη βέλτιστη σύσταση, το ιξώδες και την πηκτικότητα του χρώματος, για τις ιδιότητές του ανάλογα με το αν θα χρησιμοποιηθεί σε εσωτερικό ή εξωτερικό χώρο, σε οριζόντια ή κάθετη επιφάνεια, σε μέταλλο, γυαλί ή πλαστικό.
Με χαρά έτρεξα να συναντήσω τον υπεύθυνο του τμήματος να συζητήσουμε για τις δυνατότητες και τις προοπτικές συνεργασιών. Η μία ώρα ταξιδίου και άλλη μία αναμονής δεν με πείραξαν καθόλου, μπροστά έβλεπα νέους ορίζοντες. Η συζήτηση εποικοδομητική. Γύρω από τα πολυμερή, την φύση τους, τις ιδιότητές τους, την διεθνή και τοπική παραγωγή και εφαρμογή τους σε διάφορες διεργασίες. Το πρώτο βέβαια που με ξένισε ήταν οι συνεχείς ερωτήσεις περί των μεθόδων διερεύνησης ιδιοτήτων και των μεθόδων παρασκευής. Θα τσεκάρει τις γνώσεις μου σκέφτηκα. Τελειώνοντας την συζήτηση μπήκαμε και στο «ζουμί». Ποιες ακριβώς είναι οι δραστηριότητες του τμήματός σας; «Α, χμμ εμείς βασικά απλά ψάχνουμε την νομοθεσία να δούμε μήπως και άλλαξε κάτι στους νόμους και απαγορεύεται η χρήση κάποιων ουσιών και απλά ελέγχουμε την σύσταση του προϊόντος αν βρίσκεται στα επιθυμητά επίπεδα».

Με κόπο κράτησα τα δάκρυα που πήγαν να με πλημμυρίσουν. Δεν ξέρω αν ήταν δάκρυα γέλωτα για την γελοιότητα που άκουσα ή λύπης για την ιδέα που έχουν οι έλληνες επιχειρηματίες για την έρευνα και για τους τρόπους με τους οποίους δραστηριοποιούνται. Δαγκώθηκα για να μην πω πως αυτά είναι θέματα του συστήματος ελέγχου ποιότητας της μονάδας και ουδεμία σχέση έχουν με έρευνα και ανάπτυξη…

Ρωτούσε ο άνθρωπος γιατί…
…μάθαινε, δεν είχε ιδέα απ’ όλα αυτά!!!

Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2007

Οδοιπορικό στην ακαδημαϊκή (μου) πραγματικότητα

Ξεκίνησα με βασική έρευνα. Η έρευνα αυτή απαιτούσε αντιδραστήρια και σύμφωνα με την εκτίμηση του ΤΕΕ αντιμετώπιζε μηχανισμούς αντιδράσεων και ανάπτυξη μεθόδων που ενδεχομένως θα οδηγούσε στην παρασκευή φαρμάκων με ελαττωμένο κόστος, αφού θα αύξανε την απόδοση της αντίδρασης από 20 σε 85%. Αποκλειστικός χρηματοδότης το Ελληνικό Δημόσιο. Σε περίπτωση που η έρευνα συνεχισθεί, αναπτυχθεί και υιοθετηθεί, τα οφέλη για την κοινωνία (φθηνότερα φάρμακα) αλλά και για την φαρμακοβιομηχανία (ελαττωμένο κόστος παραγωγής) θα είναι σημαντικά. Κανείς όμως δεν ενδιαφέρθηκε για την συνέχεια. Οι πόρτες των φαρμακοβιομηχάνων κλειστές. Σιγά μην ασχοληθούν αυτοί με την βασική έρευνα. Το εργαστήριο συνεχίζει όσο μπορεί την ανάπτυξη παρόμοιων μεθόδων με την πενιχρή χρηματοδότηση του δημοσίου. Το ενδιαφέρον των εταιρειών μηδενικό. Ο σχεδιασμός πλέον κοντόφθαλμος απ’ όσο μαθαίνω. Δεν ξέρουν αν αύριο θα έχουν αντιδραστήρια, τι να σχεδιάσουν ακριβώς; Άσε που πλέον για την ανάπτυξη πρέπει να περάσουν και σε ημι-πιλοτικό στάδιο. Χωρίς χρήματα δεν γίνεται. Η βιομηχανία δεν τους δίνει, η χρηματοδότηση από το κράτος φτάνει δεν φτάνει για έναν ζυγό και τα αντιδραστήρια των φοιτητών, πώς να περάσουν σε πιλοτική κλίμακα;
Στην συνέχεια μεταπήδησα σε εντελώς βιομηχανικό κλάδο. Χρηματοδότης κατά ένα μικρό ποσοστό η ευρωπαϊκή ένωση και κατά το μεγαλύτερο ποσοστό τρείς βιομηχανικοί κολοσσοί και 3 μικρότερες εταιρείες της Ευρώπης. Επενδύθηκε γύρω στα 1,3 εκατομμύρια ευρά (σημερινά χρήματα) μόνο και μόνο στο δικό μου τμήμα της έρευνας. Τα αποτελέσματα σημαντικά. Στο τελείωμα της έρευνας προσεγγίσαμε μεγάλη «ιδιωτικοποιημένη» εταιρεία (δημοσίου μεν, αλλά λειτουργούσα υπό καθεστώς ιδιωτικής εταιρείας σύμφωνα με τα τερτίπια των εκποιήσεων-ιδιωτικοποιήσεων των ελληνικών κυβερνήσεων), η οποία ήθελε να εγκαταστήσει μονάδα παρόμοια με την δική μας στην Ελλάδα. Ζητήσαμε την βοήθειά της για την αγορά εξοπλισμού 130000 ευρώ και τους μισθούς μηχανικού, ενός χρόνου. Σε αντάλλαγμα θα της μεταφέραμε τεχνογνωσία και θα βοηθούσαμε στην εγκατάσταση της μονάδας. Η απάντησή της ήταν αποστομωτική: «Βρίσκεστε 10 χρόνια μπροστά από την Ελληνική πραγματικότητα. Κάντε την δουλειά σας με τις εταιρείες του εξωτερικού και εμείς όταν με το καλό φτάσουμε στο επίπεδό σας θα την αγοράσουμε με το κλειδί στο χέρι από έξω». Δέκα χρόνια μετά η αγορά έχει πραγματοποιηθεί, με πολλαπλάσια φυσικά έξοδα (δεν μπορείτε να φανταστείτε που κυμαίνεται χρηματικά η αγορά «πατέντας»), αν και δεν έχω μάθει η μονάδα να έχει συνεισφέρει ακόμα στην παραγωγή της εταιρείας (θα το κρατούν κρυφό ίσως;).
Η μελέτη τελείωσε. Μηχανολογικός εξοπλισμός εκατομμυρίων «σαπίζει» στα υπόγεια γιατί απλά καμιά εταιρεία δεν ενδιαφέρεται να χρηματοδοτήσει την λειτουργία του. Για τις Ελληνικές είμαστε 10 χρόνια μπροστά και ικανοί να συνεργαστούμε μόνο με εταιρείες του εξωτερικού (παρότι κατηγορούμαστε πως είμαστε έξω από την ευρωπαϊκή πραγματικότητα και πίσω στην έρευνα). Οι ευρωπαϊκές πάλι σταμάτησαν να επενδύουν. Μαθαίνω πως 2 από τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια της Ευρώπης που υπήρξαν συνεργάτες μου στο συγκεκριμένο πρόγραμμα, ψάχνουν και αυτοί απεγνωσμένα χρηματοδότες. Όμως οι χρηματοδότες αποφάσισαν να μην αναπτυχθούν. Αποφάσισαν να μεταφέρουν τις εγκαταστάσεις στην Κίνα και εκεί να αρχίσουν σιγά-σιγά να (ξανα)πουλάνε την γνώση τους. Έτσι θα κερδίσουν ξανά από την ήδη αποκτηθείσα τεχνογνωσία. Αργότερα βλέπουμε αν θα αναπτύξουν άλλη…
Τα τελευταία χρόνια η ΓΓΕΤ ζήτησε να κατατεθούν προτάσεις διασύνδεσης των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων με την βιομηχανία. Ευελπιστούσε έτσι να προσανατολίσει την βιομηχανία στο ερευνητικό έργο, να την μετατρέψει σε «βιομηχανία βασισμένη στην γνώση» (knowledge based industry) και να καταφέρει να υποδείξει στους ιδιώτες την ανάγκη να είναι σε μια συνεχή συνεργασία με τους ακαδημαϊκούς φορείς της Ελλάδας. Τα αποτελέσματα ήταν τραγικά. Μεγάλο μέρος των κονδυλίων έμειναν αδιάθετα γιατί οι ιδιωτικές εταιρείες αρνούνταν να υπογράψουν συμβόλαια ερευνητικών έργων με τους ακαδημαϊκούς φορείς (φυσικά πάλι εμείς φταίγαμε για την έλλειψη απορροφητικότητας, έπρεπε να πάρουμε το χεράκι τους να τους βοηθήσουμε στην υπογραφή φαίνεται…). Ειδικά στο πλαίσιο του περιβάλλοντος, ενώ είναι δεδομένο από τις κατά τόπους νομαρχίες πως σχεδόν το σύνολο της ελληνικής επιχειρηματικής κοινότητας δεν έχει συμμορφωθεί με τις διατάξεις προστασίας του περιβάλλοντος της ελληνικής νομοθεσίας (το γιατί παίρνουν φυσικά άδεια λειτουργίας το αφήνω ασχολίαστο, ονομάζεται πάντως «πελατειακή σχέση»), το κονδύλι έμεινε απείραχτο! Βλέπεις προφανώς δεν υπήρχαν αρκετοί τρελοί να παραδεχθούν «δημόσια» πως η εγκατάστασή τους χρειάζεται βελτιώσεις!
Σε κάποιες περιπτώσεις βέβαια υπήρξε κάποια «ελαστικότητα» από τις εταιρείες. Κάποιες εξ αυτών δέχθηκαν να βάλουν μια υπογραφή. Μεγάλη ιδιωτική πετρελαϊκή βιομηχανία για παράδειγμα δέχθηκε να κατεβάσουμε ένα πρόγραμμα μαζί. Το πρόγραμμα απαιτούσε την μελέτη μιας διεργασίας και σε τελικό στάδιο εγκατάσταση της μονάδας στην βιομηχανία ώστε διερευνηθεί η αποδοτικότητα των φίλτρων καθαρισμού που θα αναπτύσσαμε. Μόλις ο υπεύθυνος της εταιρείας διάβασε την πρόταση με πήρε τηλέφωνο: «Κοίταξε να δεις, εμείς συμφωνήσαμε να βάλουμε μια υπογραφή για να πάρετε τα χρήματα. Ούτε σκοπεύουμε να κάνουμε τίποτε, ούτε θα αλλάξουμε την μονάδα μας. Αντιθέτως βέβαια θέλουμε τα χρήματα του μηχανικού της εταιρείας μας που θα δηλώσουμε ότι απασχολείται στο πρόγραμμα, καθώς και τα χρήματα για τα δύο μηχανήματα που δηλώνουμε πως θα αγοράσουμε για να κάνουμε την μελέτη σκοπιμότητας/βιωσιμότητας.» (κοινώς εμείς μπαίνουμε στο πρόγραμμα για να φάμε χρήματα του ελληνικού δημοσίου, ποσώς μας ενδιαφέρει η βελτίωση της μονάδας μας ή η έρευνα για ελάττωση αερίων ρύπων). Του απήντησα φυσικά ότι αν δεν σχεδίαζα σωστά την πρόταση δεν θα περνούσε καν. Τώρα αν ήθελε να κάνει «μπαγαποντιές» μετά, μπορούσε να τις κάνει. Άλλωστε, λόγω των γνωστών (εκ των προτέρων) πελατειακών σχέσεων, κανείς δεν θα τους έλεγε τίποτε. Σε εμάς πάλι δεν ξέρω τι θα έλεγαν…
Κάποιες άλλες πάλι «μικρότερης κλίμακας» δέχθηκαν να βάλουν υπογραφή για «ερευνητική μελέτη» που θα κάναμε για λογαριασμό τους. Τα προγράμματα αυτά απαιτούσαν σύναψη συμβολαίου του ερευνητικού φορέα με την βιομηχανία και η ΓΓΕΤ θα χρηματοδοτούσε το 70% του συμβολαίου. Έτσι ήλπιζε να μας φέρει πιο κοντά (σαν το χρυσό ένα πράμα). Φυσικά αυτονόητο έπρεπε να είναι πως αυτοί, το 30% δεν υπήρχε περίπτωση να το έδιναν, ενώ φυσικά θα επωφελούντο από τα αποτελέσματα της έρευνας όπως όριζε το συμβόλαιο. Το πώς λοιπόν θα περνούσαμε μετά την φάση αξιολόγησης δεν τους ενδιέφερε. Ας υπερτιμολογούσαμε ορισμένα είδη για να φαίνεται ότι ξοδέψαμε περισσότερα και ότι αυτοί κάλυψαν τις υποχρεώσεις τους.
Ακόμα πιο απογοητευτική ήταν η απάντηση ενός ιδιοκτήτη ελληνικής βιομηχανίας και προέδρου εκείνη την περίοδο του συνδέσμου των αντίστοιχων ελληνικών βιομηχανιών. Σε απ’ ευθεία ερώτησή μου για χρηματοδότηση ενός σχεδόν ήδη έτοιμου αλγόριθμου σχεδιασμού προϊόντος, ο οποίος θα έμενε μετά για πλήρη εκμετάλλευση στα χέρια του, ώστε να συμμορφωθεί με τις κοινοτικές οδηγίες και να μπορεί να λειτουργήσει μετά το 2010, η απάντησή του ήταν: «Το 2010 ή βρίσκω τρόπο να παρακάμψω την οδηγία, ή κλείνω. Μέχρι τότε δεν ξοδεύω φράγκο πάντως.». Βελτίωση; Μα μόνο το κέρδος τους ενδιαφέρει. Παρωπιδική θεοποίηση του χρήματος.

Συμπερασματικά, το ισχύων σύστημα ουδέποτε μας απέτρεψε ή μας απαγόρευσε να στραφούμε προς την βιομηχανία για χρηματοδότηση. Μας προέτρεψε και το κάναμε. Ανάμεσα σε εμάς και την βιομηχανία, αυτός που δεν συμμορφώθηκε ήταν η βιομηχανία. Αντιθέτως, σε κάθε περίπτωση, όπου μπορούσε να «φάει χρήματα του δημοσίου», το έκανε με μεγάλη προθυμία. Επίσης, τα ελληνικά πανεπιστήμια είναι ικανά για συνεργασίες μόνο με το εξωτερικό γιατί είναι «χρόνια μπροστά» από την ελληνική πραγματικότητα.

Σήμερα κατατέθηκε το νέο νομοσχέδιο για τα πανεπιστήμια. Βασικοί λόγοι της «μεταρρύθμισης» είναι η στροφή των πανεπιστημίων προς τις εταιρείες και η αναβάθμιση της ποιότητάς τους. Αυτοί προβάλλονται και ως οι βασικοί λόγοι για τα «ιδιωτικά πανεπιστήμια». Ύστερα από την προσωπική εμπειρία που έχω εγώ τόσα χρόνια από την έρευνα και τις επιχειρήσεις της Ελλάδας συγχωρέστε με αν αδυνατώ να σας πιστέψω και αν πιστεύω πως με κοροϊδεύετε ασύστολα (τον κόσμο που δεν έχει ιδία πείρα βασικά, όχι εμένα) μόνο και μόνο για να εξυπηρετήσετε πιο εύκολα τα πελατειακά συμφέροντα όσων χρηματοδοτούν τις εκλογικές σας εκστρατείες. Πιθανότατα βέβαια όσοι επιχειρηματολογούν καθημερινά χωρίς να έχουν προσωπική πείρα από το τι συμβαίνει στα ελληνικά πανεπιστήμια, γνωρίζουν καλύτερα από εμένα (και εμάς) τι πρέπει να γίνει. Η δική μου άποψη πάντως μετά απ’ όλα αυτά θα παραμείνει πως την πλήρη ευθύνη για την απουσία της εφαρμοσμένης έρευνας την φέρει η ασυδοσία των ιδιωτικών εταιρειών και όχι η πανεπιστημιακή κοινότητα. Αν λοιπόν νοιάζεστε αληθινά για το καλό των πανεπιστημίων, τραβήξτε το αυτί στους «πελάτες σας» και προωθείστε μια μεταρρύθμιση του συστήματος ώστε να πάψει η θεοποίηση του χρήματος. Έτσι ίσως βρεθεί κάποτε κάποια λύση.

Να σημειωθεί πως είμαι ο πρώτος ο οποίος λέει πως
στην Ελλάδα δεν υπάρχει σωστή παιδεία και συνεπώς
πιστεύει πως η ελληνική παιδεία χρειάζεται μεταρρύθμιση.
Όχι όμως έτσι, όχι αυτού του είδους...

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2007

Πυραμίδες

Έχοντας πάρει το μπαλάκι από την jojo θα προσπαθήσω να βρω και να αναφέρω 5 πράγματα για τον εαυτό μου που δεν έχετε ήδη καταλάβει… (το ότι είμαι γκρινιάρης δεν θα το συμπεριλάβω γιατί όσο και αν με κατηγορείτε, δεν σας βλέπω να γκρινιάζετε λιγότερο κυρίες μου )

Ήμουν από μικρός φανατικός αναγνώστης μυθιστορημάτων και βιβλίων γενικότερα. Γνωστός στους κύκλους μου και ως βιβλιοφάγος. Τα περισσότερα βιβλία φοβόντουσαν να ανοίξουν μπροστά μου γιατί άμα τα ξεκινούσα, τα κρατούσα ξάγρυπνα μέχρι να τα τελειώσω (μα αφήστε με να ολοκληρώσω ντεεεε…). Η κατάσταση έφτανε μέχρι τα τραγικά σημεία του να κοιμάμαι κατά τις 3 με 4 το πρωί, όταν πλέον τα μάτια δεν κρατούσαν άλλο ανοιχτά, ενώ την άλλη μέρα έπρεπε στις 8:20 να είμαι στο σχολείο για προσευχή! Φυσικά, ουδέποτε στην ζωή μου έχασα την πρώτη ώρα του σχολείου. Το ουδέποτε το τονίζω. Βέβαια επειδή και αυτός ως κανόνας έχει τις εξαιρέσεις του, εξαιρούμε τα λυκειακά και μόνο χρόνια (και συγκεκριμένα την 3τη λυκείου), όπου έχανα την πρώτη ώρα μόνο αν αποφάσιζα να την «κάνω κοπάνα» γιατί δεν μου άρεσε το μάθημα (αν ήταν κάτι σε φιλολογικά πουχου). Ο φανατισμός αυτός προς το βιβλίο «τελείωσε» τα φοιτητικά μου χρόνια. Στην περίοδο αυτή αλλά και την μετέπειτα, μάλλον επειδή έκανα το διάβασμα «επάγγελμα», έχασα κάθε διάθεση να το έχω και ως διασκέδαση. Παρόλ’ αυτά, άμα βρεθώ σε παραλία και δεν έχει αέρα (οπότε δεν λέει να φυσάω για να φουσκώσω το πανί) και δεν έχω παρέα (κάτι που σιχαίνομαι φοβερά… το να μην έχω παρέα) τότε άμα πέσει βιβλίο στα χέρια μου θυμάμαι τα παλιά και… το ολοκληρώνω εν ριπή οφθαλμού . Τελικά νομίζω ότι με το να κάνεις το hobby σου επάγγελμα χάνεις πολλά από την ζωή σου .
Σε γενικές γραμμές λοιπόν, όταν έχω να κάνω κάτι θέλω να το κάνω, να το τελειώσω και να το έχω έτοιμο. Εξ ου και δεν μου αρέσουν οι ατζέντες κουβούλα μου. Οι ατζέντες έχουν το κακό να σε κάνουν να λες ότι έχεις πολύ χρόνο μέχρι την ημέρα που πρέπει να είσαι έτοιμος. Έτσι σε κάνουν πιο «νωθρό», και τελικά σε αναγκάζουν να τρέχεις την τελευταία στιγμή. Αντιθέτως, εγώ μεγάλωσα με την τακτική «των φρονίμων τα παιδιά, πριν πεινάσουν, δεν πεινούσαν, αλλά παρόλ’ αυτά μαγείρευαν».
Δεν μου αρέσει να βλέπω άλλους ανθρώπους να κάνουν κάτι. Μπορεί να μου αρέσει εμένα να κάνω κάτι, αλλά δεν βρίσκω κανένα ενδιαφέρον στο να παρακολουθώ άλλους να το κάνουν. Ο λόγος περί αθλητικών. Δεν αντέχω τα αθλητικά στην τηλεόραση, στις συζητήσεις κοκ. Ο αθλητισμός είναι κάτι που το κάνεις εσύ. Το να παρακολουθείς και να θεοποιείς συγκεκριμένους ανθρώπους δεν είναι αθλητισμός, είναι showbiz και δεν της τρέφω καμία εκτίμηση. Ούτε σε αυτή, ούτε στην από αρχαιοτάτων γνωστή και πολυχρησιμοποιημένη τακτική του «άρτος και θέαμα – γεμίστε τις αρένες και χειραγωγήστε τα πλήθη». Όσο για το ποδόσφαιρο, αν το δω σκέτο ως άθλημα, μπορεί και να παραδεχτώ πως είναι άθλημα, αν και όχι του γούστου μου - θα προτιμήσω το volley ας πούμε -, όμως το ποδόσφαιρο σήμερα δεν είναι άθλημα, αποτελεί το Κολοσσαίο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και γι’ αυτό δεν θέλω να ακούω καν γι’ αυτό. Ο αθλητισμός παρόλ’ αυτά μου αρέσει και υπήρξα χρόνια αθλητής σε ομάδα του volley. Τιμής ένεκεν το δελτίο μου «κατέβαινε» κάθε χρόνο, τουλάχιστον μέχρι πριν 5 χρόνια, για μια δεκαετία σχεδόν δηλαδή από τότε που άφησα την αθλητική ζωή (άλλαξε το προεδρείο και έφυγαν σχεδόν όλοι όσοι ήξερα, πέρσι έφυγε και ο τελευταίος).
Τα έχω καλά με τον εαυτό μου. Αυτό γιατί δεν βλέπω την ζωή μου σαν ένα ποτάμι που με παρέσυρε. Η ζωή μου είναι μια σειρά από επιλογές, άλλες συνειδητές, άλλες ασυνείδητες (την στιγμή που τις έκανα τουλάχιστον – παραμένουν όμως επιλογές και συνεπώς είναι δικές μου) και αποτελέσματα επιλογών. Μπορεί ορισμένες φορές να στενοχωριέμαι για ορισμένα πράγματα που συμβαίνουν σήμερα στην ζωή μου, αλλά όλα είναι αποτελέσματα επιλογών μου. Και παρόλ’ αυτά, θα μου πεις «γιατί δεν τα αλλάζεις για το μέλλον;». Δεν μπορώ; Όχι, απλά δεν θέλω. Αν ήθελα να αλλάξω μερικά πράγματα θα μπορούσα. Όταν και αν το θελήσω, θα το κάνω.
Μ’ αρέσει το ξύλο, το γυαλί και το μέταλλο (μ' αυτή τη σειρά). Μ’ αρέσουν οι ζεστοί χώροι ενώ αντιπαθώ τα απρόσωπα «μοντέρνα μέρη». Μ' αρέσει η αυθεντικότητα και το κιμπαριλίκι και αντιπαθώ τους θεατρινισμούς και τα «δήθεν». Μ’ αρέσει το τζάκι και το αρκουδοτόμαρο στο ξύλινο σπίτι, αλλά δεν μπορώ τον πολύ ζεστό αέρα, μου φέρνει δυσφορία και κακοκεφιά. Μ’ αρέσει το κάπνισμα και το κάνω όποτε θέλω εγώ, όχι όποτε θέλει αυτό (ένα πακέτο σχεδόν από τον Οκτώβρη μέχρι σήμερα, καλά;). Θεωρώ την «εξάρτηση» από το τσιγάρο μύθο του μυαλού. Μ’ αρέσουν τα πράσινα ρούχα, τα κόκκινα, ξώπλατα φουστάνια (όχι να τα φοράω εγώ εε;), οι φούστες και η θηλυκότητα (επίσης όχι για εμένα εε;). Αγαπάω τους φίλους μου, όλους τους απανταχού φίλους μου και... μου λείπουν... Κάποτε είχαμε κοινές ζωές, φάγαμε ψωμί κι αλάτι, και τώρα δεν μπορούμε καν να βρεθούμε... Μ’ αρέσουν τα παιδιά και κυρίως τα κοριτσάκια, όχι ότι έχω κανένα πρόβλημα με τα αγοράκια φυσικά, άλλωστε ο βαφτισιμιός μου μπορεί να σας το διαβεβαιώσει. Μ’ αρέσουν και «οι γόμες οι πολύ μαλακές» σε τελευταία ανάλυση, αλλά σίγουρα δεν μ’ αρέσει η ομοιότητα που επιβάλλεται στην/ις κοινωνία/ες μας προς χάριν της οικονομίας. Είμαι φανατικός οπαδός του Δαρβίνου και του συμπεράσματός του: «Η ποικιλομορφία είναι παράγον εξέλιξης». Συνεπώς θέλω την διαφορετικότητα.

Πέντε ζητήσατε; Έχασα το λογαριασμό πόσα έγραψα σε πέντε παραγράφους. Ακατάσχετη φλυαρία ...

Καιρός να πετάξω λοιπόν το μπαλάκι στους επόμενους πέντε:

Αλεπουδίτσα, Κουβούλα, Κροτούλα, Αυτοκράτωρ και Χνουδάκι, τι έχετε να πείτε για εσάς;

***(Αλλαγή ονομάτων γιατί συμπέσαμε με την jojo και τον τέλσονα δεν τον βλέπω να το βλέπει...)

Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2007

Αργά-αργά...

Καφές νούμερο 3 σύμφωνα με το μετρητικό σύστημα της κουβούλας, αλλά οι δείκτες του ρολογιού λες και είναι κολλημένοι και η ώρα δεν περνάει με τίποτε (το να βάλω το ρολόι μου να δείχνει 7 δεν παίζει ε;). Βέβαια, αν το σκεφτείς ως ένας καφές ανά 2ωρο επιτήρησης, βγαίνει το αποτέλεσμα ότι είμαστε στο 3το 2ωρο. Άλλα 2 και τελειώσαμε. Η ώρα όμως συνεχίζει να μην περνάει με τίποτε.
Έξω φασαρία. Βρε παιδιά, οι συνάδελφοί σας εξετάζονται μέσα, πηγαίνετε πιό πέρα και μην φωνάζετε. Αδιαφορία πλήρης, μέχρι και αγενείς απαντήσεις. Αναρωτιέμαι πότε εξαφανίστηκε και ο σεβασμός από την σημερινή κοινωνία. Μετά τον συναγωνισμό μάλλον εξαφάνισαν και την λέξη σεβασμό από τα λεξικά. Δεν εξηγείται αλλιώς. Καλύτερα να μείνει χωρίς σχόλια. Τί να σχολιάσεις άλλωστε για "ανθρώπους" που έχουν μπερδέψει τα νοήματα.
Προς στιγμή δε, είχα την αίσθηση πως είναι ακόμα βράδυ Τσικνοπέμπτης. Για εξετάσεις ήρθες καλή μου, εκτός και αν έχεις προγραμματίσει να πας μετά κατευθείαν στα μπουζούκια, πάσο τότε...

Έχουμε ξεφύγει... Μα εντελώς όμως...

Παρασκευή, 9 Φεβρουαρίου 2007

Αποτελέσματα τσικνοπέμπτης…

Μερικά μπουκάλια κρασί, ένα μπουκάλι ούρσους (κέρασμα), ένας καμηλιέρης μια αλεπουδίτσα (και όχι μόνο) πάνω στο τραπέζι να χορεύουν τσιφτετέλι, ένα χαλί λουλούδια (να σκουπίσω το σαλόνι, δεν μπορείς να φανταστείς που παν και τρυπώνουν τα άτιμα), άφθονοι ήχοι μπουζουκιού, βαρύ (κροκοδειλίσιο) κεφάλι…

Έλ’ απόψε στου Θωμά, να σου παίξω μπαγλαμά,
Να κατέβουν οι αγγέλοι, να χορέψουν τσιφτετέλι,

Ακόμα μερακλωμένοι και χτεσινοί είμαστε, που τραγουδάμε σήμερα;

Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2007

Κοτσώβολος; Ποτέ…

Ξεκίνησα προς χάριν ενός φίλου. Laptop μου λέει θέλω. Εγώ δεν ξέρω τίποτε, έλα μαζί μου να διαλέξεις ένα που ταιριάζει σε αυτά που θέλω να κάνω, για να μην πάρω ούτε κάτι άχρηστο, αλλά ούτε κάτι ακριβό που δεν θα χρησιμοποιήσω ποτέ. Έχει κάτι προσφορές χρηματοδότησης ο Κοτσώβολος οπότε πάμε εκεί.
Παρένθεση: Γενικά είμαι εναντίων οποιασδήποτε μορφής «δανείου», για την ακρίβεια μέχρι σήμερα δεν έχω πληρώσει «δεκάρα τσακιστή» σε τόκο, τουλάχιστον όσον αφορά δάνεια που δεν επιφέρουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μεγαλύτερο ποσοστιαίο κέρδος στην τσέπη μου, ή βελτίωση της ζωή μου σε τέτοιο βαθμό που σε «οικονομικά μέτρα» να θεωρώ εγώ ότι ανταποκρίνεται σε μεγαλύτερο ποσοστιαίο κέρδος. Κοινώς το να δουλεύω τσάμπα για να πλουτίζουν άλλοι εγώ δεν το πάω... δουλεύω για να περναώ εγώ καλά και ξοδεύω όταν μου αρέσει και όταν μου κάνει καλό. Ταυτόχρονα είμαι εν γένει αντίθετος σε κάθε μορφή πολυκαταστήματος, γιατί (πέραν του ότι αποτελεί μια μορφή αθέμιτου ανταγωνισμού - ένα είδος «καρτέλ» - και εγώ δεν τα πάω καλά με τον ανταγωνισμό - είμαι του συν- και όχι των παραγώγων του αντί- -, όχι να είναι και αθέμιτος...) απλά όταν δεν υπάρχει εξειδίκευση, δεν υπάρχει ποιότητα εξυπηρέτησης και «πωλούμενου αγαθού», αλλά ταυτόχρονα δεν υπάρχει και ευελιξία ως προς το αγαθό. Παρόλ’ αυτά το laptop και η τσέπη δεν ήταν δικά μου. Κλείνει η παρένθεση.
Μπήκαμε λοιπόν στο μαγαζί και αρχίσαμε να ψάχνουμε. Αφού εντοπίσαμε το «βέλτιστο» laptop μου λέει ο φίλος: Ωραία. Κάνει ΧΧ ευρά, με Χ δόση το μήνα για 36 μήνες είναι μια χαρά. Κάτι όμως μου ξένιζε. Ένας απλός πολλαπλασιασμός τον έκανε ν’ αλλάξει γνώμη. 36*Χ έκανε 1,5*ΧΧ! Δηλαδή ούτε λίγο ούτε πολύ τελικά πλήρωνε το laptop 50% παραπάνω, δηλαδή το πλήρωνε όσο θα πλήρωνε ένα laptop τελευταία λέξη της τεχνολογίας! Η αλήθεια είναι ότι δεν του άρεσε καθόλου. Ναι είχε αποφασίσει ότι θα πλήρωνε επιπλέον χρήματα αλλά όχι και 50% επιπλέον. Αυτό δεν είναι έντοκο δάνειο αυτό είναι κλεψιά όπως και να το κάνουμε.
Η ιστορία όμως δεν ήταν το δάνειο, αυτό ήταν απλά μια πτυχή που μου έκανε μεγάλη εντύπωση και που υποδεικνύει πως η ασύδοτη αγορά καλύπτεται πίσω από «προσφορές» και τρώει τα χρήματα του κόσμου. Η ιστορία ήταν πως όταν πλέον καταλήξαμε σε νέο διακανονισμό με δόση περίπου 2*Χ για 12 μήνες, οπότε και πήγαμε την τιμή στο 1,15*ΧΧ, είπαμε να πάρουμε το laptop. Τότε ξεκινάει ο αντιεπαγγελματισμός.
Το συγκεκριμένο laptop δεν υπήρχε σφραγισμένο. Ε καλά, ας το παραγγείλουν από ένα άλλο κατάστημα. Αλλά βέβαια το συγκεκριμένο laptop δεν υπάρχει γενικότερα για παραγγελία. Ποια υπήρχαν για παραγγελία; Μετά από αρκετή σκέψη και αφού κοίταξε τα laptop σαν χαμένη, κατέληξε σε 2 από τα 10 μοντέλα… στο περίπου…
Άλλωστε για όλα τα μοντέλα, τα παραγγέλνουν στην ουσία και πρέπει να ξαναπάς για να τα πάρεις. Ή αλλιώς πας μόνος σου στο κατάστημα που τα έχει και τα παίρνεις. Δηλαδή πρέπει εσύ να κάνεις την δουλειά του επαγγελματία πωλητή. Και πληρώνεις, και πρέπει να τρέξεις. Ο άλλος απλά κάθεται, εισάγει και εισπράττει. Το ότι ο πελάτης έχει πάντα δίκιο και ότι τον εξυπηρετούμε γιατί μας πληρώνει, έχει ξεχαστεί.
Η μόνη δυνατότητα που είχαμε ήταν να πάρουμε ή το συγκεκριμένο laptop από την βιτρίνα, ή τα δυο τρία laptop που είχε το μαγαζί (πάει η ποικιλία λοιπόν) και μάλιστα να ξαναπάμε για να τα πάρουμε ή να τα παραλάβουμε από αλλού.

Αυτό δεν είναι συμπεριφορά απέναντι στον πελάτη. Αφού εξήγησα στην κοπέλα ότι δεν έφταιγε για τα νεύρα μου γιατί απλά δεν έφταιγε αυτή για το πρόβλημα αλλά η πολιτική και η συμπεριφορά των προϊσταμένων της και των ιδιοκτητών του καταστήματος, αποχώρησα δηλώνοντας στον φίλο μου να κάνει ότι θέλει με την αγορά, το laptop του το υπέδειξα και στον Κοτσώβολο εγώ δεν ξαναπατάω. Αν θέλει να πάμε οπουδήποτε αλλού, είμαι πάντα διαθέσιμος.

Του πελάτη λέγανε, του κάνεις τεμενάδες…