Κυριακή, 19 Απριλίου 2009

Πασχαλιά

Για μια ακόμη φορά στην ηρεμία του Ιονίου, πλάι στα γαλήνια νερά του. Όσο και αν αρνούμαι να υιοθετήσω τους υψηλούς ρυθμούς την πόλης, η αλήθεια είναι πως η πραγματική ηρεμία βρίσκεται μακριά απ’ αυτή. Όχι πως ο ανήσυχος ύπνος δεν ακολουθεί κι εδώ, αλλά τουλάχιστον σίγουρα οι ευκαιρίες για να ηρεμήσεις και νοιώσεις είναι περισσότερες.
Ειδικά όταν μπορείς για λίγες στιγμές να ατενίσεις το ατέρμονο πέλαγος, στολισμένο με τα βραχάκια και τα εκκλησάκια του.
Η περιφορά του επιταφίου φέτος ήταν ταχύτερη και σίγουρα δε θύμιζε πολλά από τις παλιές εθιμοτυπικές λιτανείες. Η αλήθεια είναι πως οι ιερείς κούρασαν τον κόσμο στις «καθυστερήσεις». Ακόμα και το μήνυμα της ανάστασης με καθυστέρηση εικοσάλεπτου μας το μετέδωσαν.
Όπως ήταν φυσικό συναντηθήκαμε παλιοί καλοί γνωστοί και φίλοι, όχι οι ίδιοι πάντα, υπήρχαν αρκετοί που έλειψαν φέτος, αλλά πάντα βρίσκονται κάποιοι φίλοι εδώ. Θυμηθήκαμε μέχρι και την εποχή που δυόμιση χρονών πιτσιρίκια παίζαμε Οκτώβριο στην παραλία – άδειες οι παραλίες εκείνες τις εποχές – και καταλήξαμε να βουτήξουμε στη θάλασσα με ρούχα και μπουφάν για να πιάσουμε ένα ξύλο το οποίο αποτελούσε την πέτρα του σκανδάλου. Οι γονείς φυσικά μας πρόφτασαν την ώρα που φτάναμε στα «άπατα» για εμάς ενώ το βάρος από τα ρούχα δεν μας επέτρεπε να επιπλεύσουμε – δεν την φοβόμασταν βλέπεις τη θάλασσα, μεγαλώσαμε μέσα της αλλά δυόμιση χρονώ μπόμπιρες δεν μας έκοβε πως με τα ρούχα δεν κολυμπάς!
Πήραμε λοιπόν σβάρνα τα σπίτια και αρχίσαμε να τσιμπολογάμε ότι υπήρχε. Το κοκορέτσι βγήκε πρώτο και τιμήθηκε δεόντως, κομμάτι-κομμάτι έπεσε υπέρ πίστεως μέχρι που το πιάτο αλώθηκε ολόκληρο. Φυσικά, μιας και ήμασταν απασχολημένοι με την άλωση του κοκορετσίου, το αρνί αποφάσισε να ψηθεί μόνο του για να ακολουθήσει το κλασικό τσιμπολόγημα πέτσας την ώρα που ‘σκάγαν τα μπουτάκια του και λίγο πριν βγει απ’ τη σούβλα και μπει στο ταψί. Οι μερακλήδες βλέπεις, όταν τα ψητά σερβιριστούν για την ομήγυρη, είναι ήδη χορτάτοι και περιμένουν το «γλυκό». Στην περίπτωσή μας βέβαια το γλυκά άργησε λίγο, μιας και όταν σερβιρίστηκε το πρώτο τραπέζι, μεταβήκαμε σε έτερο συγγενικό σπίτι για να τιμήσουμε τα τσιλίχουρδα στο φούρνο (μιαμ-μιαμ).
Ο μεγάλος απών της ημέρας ήταν το τζατζίκι (έπρεπε να την είχα κάνει την παρακαμψούλα στο φενεό καθώς ερχόμουν…).
Κι έτσι μας βρήκε το μήνυμα της ανάστασης, της αναγέννησης που ήδη έχει αρχίσει να είναι διάχυτη γύρω μας, των πυγολαμπίδων που για μια ακόμη φορά φώτισαν το κτήμα και την σκοτεινή νυχτερινή πλαγιά, θέαμα πραγματικά «παράξενο» και όμορφο με τα μικρά φωτάκια να αιωρούνται στο σκοτάδι της νύχτας, θέαμα «ξένο» και «εξωτικό» για εμάς τουλάχιστον που ζούμε την περισσότερη ζωή μας στο τσιμέντο. Θέαμα που πάντα μας εντυπωσιάζει.
Ταυτόχρονα βέβαια η μέρα σκιάστηκε από τη συνειδητότητα πως όντως οι φαινομενικά ακούσιες και άσχετες επιλογές οδηγούν ορισμένες φορές σε εντελώς ανεπιθύμητα αποτελέσματα, αποτελέσματα που στενοχωρούν. Έτσι και τώρα, απ’ ότι φαίνεται, ένας συνδετικός κρίκος έσπασε και μόνο το παρελθόν μένει για να αναπολείς, ένα παρελθόν που ούτως η άλλως είχε περάσει ανεπιστρεπτεί, αλλοτριωμένο από τους ρυθμούς της καθημερινότητας της πόλης και την «πρόοδο» της ζωής. Τελικά, όταν δεν υπάρχει ισορροπία, η πρόοδος μπορεί να έχει και αρνητικά. Επειδή όμως οι φιλίες είναι κάτι στο οποίο πρέπει να πιστεύεις, θα συνεχίσω να «είμαι εδώ», αν ποτέ χρειαστεί. Γιατί τα πάντα κάπως, κάποτε αναγεννιόνται και στο κάτω κάτω είμαστε απλά… άνθρωποι. Αυτό άλλωστε είναι και το μήνυμα των ημερών.

Χριστός Ανέστη