Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2008

Το πρωί με ξυπνάς με ωδές

Ξυπνάς το πρωί χαλαρά με τη μουσικούλα σου, σηκώνεσαι, κάνεις το καφεδάκι σου και μπαίνεις για ένα γρήγορο ντουζάκι. Ανανεωμένος από το νερό, ανοίγεις την κουρτίνα και συνειδητοποιείς ότι πρέπει να κολυμπήσεις για να βγεις από το μπάνιο σου. Γιατί το αγαπητό σου σιφόνι, αντί να αποφασίσει να κατευθύνει το νερό προς την έξοδο, βρήκε πιο ενδιαφέρον να σου κάνει μια πλάκα σήμερα και να το βγάλει απ’ την απάνω πλευρά. Κι έτσι το μπάνιο, και όχι μόνο αυτό, θύμιζε πισίνα. Άντε να μαζέψεις τώρα τα νερά (απομηχανής θεός η καλή κυριούλα που σήμερα ήταν η μέρα της να έρθει για δουλειές – δε ξέρω βέβαια πόσο το χάρηκε η ίδια). Μετά όμως πρέπει να βρεις και πως θα το φτιάξεις, λάστιχο εντελώς εκτός επιλογής (θα ξαναπλημυρίσουμε, δε λέει), ατσαλίνα; Χμμμ κάπου πρέπει να την έχεις κρύψει. Αντιπαρερχόμαστε το θέμα, αποφασίζοντας να το αντιμετωπίσουμε το απόγευμα και ανοίγουμε τις περσίδες να μπει λίγο φως ακόμη – και λίγος βουνίσιος αέρας. Αμ δε! Θα ήθελα. Διότι κάποιος φώναζε κάποτε «μη τις πιέζεις άλλο, κλείσανε», αλλά κάποιος δεν άκουγε (σαμ’ πως άκουσε ποτέ το οτιδήποτε;). Κρατς, σπάει ο κρίκος και μένουν οι περσίδες μισάνοιχτες. Ε αυτό θέλει τον περσιδά του (έλληνας, όχι γερμανός ο άνθρωπος). Τεντώνεσαι, πιάνεις το σπασμένο κρικάκι και καταφέρνεις να γυρίσεις την περσίδα.
Ας πιούμε τώρα το καφεδάκι μας να χαλαρώσουμε λίγο από το επεισοδιακό πρωινό. Ποιο καφεδάκι; Το μπρίκι στο μάτι, τα υλικά μέσα ωραία ανακατεμένα, αλλά… ουδέποτε είχε μπει το μάτι στην πρίζα και ουδέποτε φυσικά είχε γίνει ο καφές ή είχε μεταγγίθει στην κούπα του (στο σημείο αυτό αποδιώχνεις πάραυτα την σκέψη «τί θα είχε γίνει άν είχα βάλει το μάτι στην πρίζα;»).
Καθυστερημένος καφές στο γραφείο. Ο τούρκος ακόμα είναι καλά και με κάνει να ανησυχώ είν’ η αλήθεια. Μετά από όοολα αυτά, δεν περίμενα ποτέ να αποδειχθεί τόσο παλιοχαρακτήρας και να μην κάνει ούτε ένα τσαλιμάκι σήμερα. Ούτε ένα τόσο δα τσαφ; Μια μπλε οθόνη; Ένα κάτι τοις βρε παιδί μου, έτσι για να κρατηθούμε σε εγρήγορση…
ΟΥΦ