Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010

Επιλογών κατάδικος

Γελαστός, ευχάριστος, με έναν χαρούμενο λόγο να πει κάθε που σ’ έβλεπε. Μεσημεριανά, «αρμένικα» τσιμπούσια με πολύ και καλό κρασί και άφθονη αμπελοφιλοσοφία. Άνοιξε ένα μαγαζί, «υποκατάστημα» του δικού του, να το ορίζει ο γιός του. Να τον «τραβήξει απ’ τ’ αυτοκίνητα, τους σύγχρονους, καθημερινούς φονιάδες».
Κάθε πρωί ο γιός ανέβαινε το δρόμο, καλημέριζε τους γειτόνους, έπαιρνε καφεδάκι και άνοιγε το μαγαζί. Μέσα σε μερικούς μήνες είχε γίνει αγαπητός απ’ όλους όσους συναντούσε. Πρόσχαρος σαν τον πατέρα του.
Ένα πρωί ξεκίνησε να φτιάχνει τη σκαλωσιά για ένα υπόστεγο, έξω από το κατάστημα. Ένα γυμνό καλώδιο, μια απροσεξία, γύρω η μεταλλική κατασκευή και το κακό δεν άργησε να συμβεί. Κι όλα αυτά έγιναν για να μην συμβεί κακό με τ’ αυτοκίνητα.
Θα ξαναχαμογελάσει άραγε η τραγική οικογένεια; Θα ξαναμαζευτεί γύρω απ’ το τραπέζι, χαρούμενη και ευχάριστη όπως τότε; Τότε, την καθαρή Δευτέρα, που αναπάντεχα συναντηθήκατε και περάσατε όλη μέρα πίνοντας κρασί και γελώντας; Κι αν ναι, πότε; Μετά πόσο καιρό; Σίγουρα τίποτε πια δεν θά ‘ναι ίδιο.
Επιστροφή στο Ιόνιο, νωρίτερα απ’ το προγραμματισμένο…