Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010

Χμφφφτττττ :@

Μετά το εξαντλητικό δωδεκάωρο της Παρασκευής χρειάστηκαν τουλάχιστον τριάντα έξι ώρες «ανάρρωσης». Βέβαια, στο ενδιάμεσο, έπιασε και γκαντεμοσαυρίαση. Η γκέισα, μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια αναβάθμισης του βασικού συστήματος εισόδου-εξόδου (ελληνιστί BIOS) αποφάσισε ότι δε θα ξαναμιλήσει σε κανέναν και διέκοψε κάθε επαφή με τον έξω κόσμο. Κλείστηκε στον εαυτό της για τα καλά! Ώρα για μια επίσκεψη στα πεθερικά! :p
Τώρα είναι κατάσταση αυτή, μπαίνει ο Ιούλιος σε λίγο με συννεφιές και βροχές; Ευτυχώς δηλαδή που τουλάχιστον ο καιρός σέβεται τις ώρες της βουτιάς. Κάτι είναι και αυτό!
(Γιατί; Το άλλο είναι κατάσταση; Δυόμισι και αυξάνουν… Τυράννια… ΓΡΟΥΜΦ…)
Αλήθεια, δεν είναι εντελώς ενοχλητικό να προσπαθούν όλοι να σου πουλήσουν κάτι; Δεν θέλω βρε παιδιά, αν το ήθελα, θα το είχα πάρει πριν καν διανοηθείτε να με ενοχλήσετε για να μου το προτείνετε! Περί επικοινωνίας μιλούσαμε τις προάλλες, όταν λέγαμε να πούμε μια καλησπέρα, όχι περί προώθησης προϊόντων! Ήμαρτον πια!
Τί κατάντια κι αυτή τελικά, αντί να προσφέρεις κάτι χρήσιμο στον κόσμο, να προσπαθείς απλά να τον πείσεις να αγοράσει κάτι…
Νιάνια νιανιάνια…

Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2010

Φοβίες…

Τώρα το θεωρείς λογικό αυτό; Να είμαστε δίπλα δίπλα για μια ολόκληρη ώρα, να διασταυρώνονται τα βλέμματά μας συνεχώς, και να μην λέμε ούτε ένα καλησπέρα;
Μμμμμ
Και άντε, έστω να πεις πως δεν θα ξανασυναντηθούμε, τί νόημα να έχει· λες και δηλαδή είναι δεδομένο κι επιβεβλημένο το να μην ξανασυναντηθούμε. Αλλά όταν αυτό συμβαίνει σχεδόν καθημερινά, παραμένει φυσιολογικό;
Μα να μην με πουν και παράξενο, αφού έτσι γίνεται, οτιδήποτε είναι διαφορετικό απ’ ότι κάνει ο πολύς κόσμος είναι παράξενο!
Σωστά, αλλά τελικά μήπως η παραξενιά κερδίζει περισσότερα απ’ το συνηθισμένο; Το ότι είναι παράξενο, δε σημαίνει ότι δεν είναι και εντελώς… Χαζό; Βλακώδες; Καταστροφικό ίσως;
Και τι να πω δηλαδή;
Ξεκίνα με μια καλησπέρα βρε αδερφέ και βλέπουμε!
Ναι, αλλά…

Ο κόσμος είναι κλεισμένος στον εαυτό του. Δε φοβάμαι που αυτή η γενιά μάλλον θα ζήσει με λιγότερα απ’ την προηγούμενη, 'κείνο που πάνω απ’ όλα με σκιάζει είναι πως υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να έχει πολύ άσχημα γεράματα…

Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2010

Μέρεεεες…

Δρόσισε λίγο, ευτυχώς, γιατί η ζέστη της προηγούμενης βδομάδας παραλίγο να φέρει αποπληξία εδώ μέσα στα τσιμέντα…
Και τα κλιματιστικά…
Αλήθεια, πιο τζιμάνι πήγε κι έβαλε την εξωτερική μονάδα των κλιματιστικών μπροστά από την πόρτα του διαδρόμου του φυντανοτροφείου;
Δε λέω, σαν ιδέα είναι εκμεταλλεύσιμη, τώρα μπορούμε να νοικιάζουμε το διάδρομο για σάουνα!
Η πρωινή δροσιά επιτάσσει έναν χαλαρό πρωϊνό καφέ, πριν την έναρξη του αγώνα της βιβλιογραφίας. Βιβλιογραφίας; Χμμμ, όχι, η σύνδεση με τις βιβλιοθήκες δεν έχει αποκατασταθεί ακόμα. Άρα μάλλον σε ανάγνωση διπλωματικής θα αναλωθεί το πρωινό, και θα ακολουθήσουν μερικά χιλιόμετρα κολύμβησης…
(Ζικ ζακ πάει το θέμα σήμερα… Άλλο ξεκινάω να γράψω και αλλού καταλήγω…)
Πάνω λοιπόν που μπαίνει το μπρίκι στη φωτιά, λίγο πριν πέσει η πρώτη κουταλιά του ελληνικού καφέ στο νερό, έρχεται το μήνυμα: «Θα με πας σε παρακαλώ για εξετάσεις;».
‘Ε, να σε πάω, να μη σε πάω;’ Αφήνοντας την παρασκευή του καφέ γι’ αργότερα, ακυρώνεις το χαλαρό πρωινό και ετοιμάζεσαι τάχιστα, ανεβαίνεις να παραλάβεις τον ασθενή και… τον βρίσκεις χαλαρό στο κρεβάτι. «Α, είπα ότι θα πάμε αργότερα!»
………… «Καλά, ας πάμε τώρα, να τελειώνουμε» …………
Μέχρι να ετοιμαστεί ο ασθενής, κατεβαίνεις σπίτι και στύβεις ο καλός σου την πορτοκαλάδα, ε, τουλάχιστον να μην ξεκινήσει η μέρα χωρίς τις βιταμινούλες, και περιμένεις… και περιμένεις… και περιμένεις…
Ξανά μανά επάνω, βρίσκεις πάλι τον ασθενή στο κρεβάτι: «Α είπα θα πιείς καφέ πρώτα!»
……………
Εν τέλει, ο πρωινός ελληνικός μπήκε μόλις πριν λίγο στο φλιτζάνι, το οποίο και τώρα που μιλάμε είναι γεμάτο ακόμα μέχρι τη μέση.
'Γειά μαααας…

Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2010

Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε!

Α, πάρα πολύ ωραία! Βιβλιοθήκες για μια ακόμα φορά τέλος! Δεν πληρώκαμε τη συνδρομή και μας τις κόψανε μέχρι να πληρώκουμε! Έχουμε άλλα σοβαρότερα τώρα να πληρώκουμε θα μου πεις, με τη βιβλιογραφία και την επιστήμη θα ασχολούμαστε; Εδώ έχουμε να πληρώκουμε την… ανάπτυξη!!! (ΧΜΠΦΦΦΦ)
Και πάνω που τελείωσε η βαθμολόγηση (σχεδόν προσεγγίσαμε το 40% επιτυχίας, να το κοιτάξουμε αυτό λίγο, να μας δει κανάς γιατρός…) και ήγηκεν η ώρα της βιβλιογραφικής διερεύνησης, θα το ρίξουμε ξανά στα πίου πίου να σκοτώσουμε την ώρα μας.
(Έεεελα γοριλάκι, πέεετα το… βελάκι!)
Διότι πρέπει να προστεθούν ένας-δυο πίνακες για τα χρωμικά· έβγαλε ο editor την ετυμηγορία.
Μωρ' μήπως να δείρουμε καλύτερα τον editor;
Χμφφφττττ…

Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2010

Καιρός για μπάνια…

Η ζέστη ξεκίνησε για τα καλά. Ατμόσφαιρα σχεδόν αποπνικτική από την υγρασία της απότομης ανόδου της θερμοκρασίας. Ο ουρανός θολός, ένα αμυδρό λευκό πέπλο καλύπτει το μπλε, ακόμα και τον ήλιο.
Οι διδακτικές υποχρεώσεις έλαβαν τέλος και ένα πακέτο από γραπτά περιμένει εναγωνίως τον διορθωτή του. Η περιοχή γύρω του όμως χαρακτηρίζεται «υψηλής επικινδυνότητας» και η διάθεση για προσέγγισή του βρίσκεται σε μηδενικά, έως και αρνητικά επίπεδα. Η ζέστη φυσικά χειροτερεύει τα πράγματα, πολλαπλασιάζοντας το απωστικό διάνυσμα!
Η πολιτική σκηνή του τόπου συνεχίζει να υπηρετεί τα κόμματα και όχι τους πολίτες, οι οποίοι καθημερινά φαίνεται πως μουντζώνουν τους «αντιπροσώπους» τους. Κανάς Μαυρογιαλούρος δεν έχει εμφανιστεί ακόμα, να λάβει και αυτός μέρος στο σόου. Παλιά μου τέχνη κόσκινο. Προφητική τέχνη! Αλλά με μούντζες δουλειά δε γίνεται, όπως και να το κάνουμε…
Η «αδικημένη» κυρία πάλι δεν έμεινε στις μούντζες χτες το απόγευμα, ωρυόταν επί πενταλέπτου, διαλαλώντας την εις βάρος της αδικία. «Πληρώνω και πρέπει όλοι να μου κάνετε τεμενάδες». Δεν είπε ακριβώς αυτό, αλλά αυτό εννοούσε. Αφού πλήρωνε, έπρεπε όλα να γίνουν όπως και όποτε ήθελε αυτή. Μόνο που όταν πλήρωσε ήταν ενήμερη για τους κανόνες που ίσχυαν για την υπηρεσία που θα της παρεχόταν. Μετά την απομάκρυνση εκ του ταμείου βέβαια, ο πληρώνων έχει την ψευδαίσθηση ότι είναι θεός. Αλήθεια, γιατί να μας σεβαστεί κάποιος όταν βάζουμε τα χρήματα σε υψηλότερο βάθρο από την προσφορά;
Ο ήλιος ανεβαίνει και η ζέστη αυξάνει πάλι σταδιακά. Ο υδράργυρος θα «χτυπήσει κόκκινο» και σήμερα. Τα φυντάνια περνάνε δύσκολες ώρες. Στη μνήμη έρχεται η μέρα που, πριν χρόνια και εν μέσω καύσωνα, κάποιοι άλλοι φοιτητές έδιναν σχέδιο, και τρέμαν μήπως στάξει καμιά σταγόνα ιδρώτα στην κόλλα και διαλύσει τη μελάνη του ραπιτογράφου, καταστρέφοντας όλον τον κόπο τους. Γραμμή και χαρτομάντιλο, να μαζέψει τις σταγόνες που κατέβαιναν την παλάμη ή ετοιμαζόταν να στάξουν απ’ το μέτωπο.

Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010

Μάθε παιδί μου γράμματα

Παρατηρώντας χτες τα φυντάνια ήρθε στη συνειδητότητα μια μεγάλη αλήθεια. Μια αλήθεια που μπορεί να πλανιόταν ως διάχυτο συναίσθημα για μερικά χρόνια, αλλά η συνειδητή αντίληψή της ξάφνιασε. Και απογοήτευσε. Άλλωστε, όταν θεωρείς δεδομένο πως κάτι «υπάρχει», δεν κοιτάς να το βρεις, και όταν αντιλαμβάνεσαι ότι λείπει, ξαφνιάζεσαι.
Έτσι λοιπόν, μπορεί κάποια από αυτά να γνωρίζουν να δημιουργούν εξισώσεις, να τις λύνουν, να υπολογίζουν σχέσεις, να χρησιμοποιούν ακόμα και το matlab ή το mathematica για να διευκολύνουν τη ζωή τους και να μπαίνουν σε πολύπλοκους υπολογισμούς για συστήματα ανώτερα από αυτά που χρησιμοποιούν για διδακτικούς σκοπούς, αλλά… δεν ξέρουν καν τί υπολογίζουν!
Δεν ξέρουν που και πως χρησιμοποιείται η σχέση, ποιά η φυσική σημασία των μεγεθών, τί πρέπει να γνωρίζουν και γιατί! Ο ελεγκτής είναι ένα μαύρο κουτί, όπως και η διεργασία, που συνδέονται με γραμμούλες και βελάκια κι έχουν και άλλα κουτάκια γύρω – γύρω. Ακόμα και στο simulink, τα κουτάκια παραμένουν κουτάκια και τα στοιχεία συμπληρώνονται μηχανικά, η φυσική σημασία λείπει παντελώς.
Και είναι τόσο απλό, ο ελεγκτής είναι μια μαθηματική πράξη που εμπεριέχει την γνώση συμπεριφοράς του συστήματος, και γνωρίζοντας την επιθυμητή τιμή για μια από τις παραμέτρους του και συγκρίνοντας την με την πραγματική, υπολογίζει την αναγκαία μεταβολή σε μια άλλη παράμετρο από την οποία εξαρτάται η προηγούμενη, ώστε να επιτευχθεί η επιθυμητή. Όμως όλα αυτά είναι ένα χάος για τα μυαλά τους, τα οποία κινούνται πάνω σε γραμμούλες οι οποίες παίρνουν τιμές «γιατί έτσι θέλουμε» και μέσα από ένα μαγικό τρόπο η τελική γραμμή αποκτά την ίδια τιμή με αυτή της αρχικής…
Κάπου εκεί συνειδητοποιείς ότι όλα ήταν άσκοπα, ότι ήταν λογική εικόνα τα στόματα που έχασκαν απορημένα όταν ωρυόσουν πως το να μπερδεύεις την είσοδο με την εντολή είναι λάθος και όσο κάνει κάποιος αυτό το λάθος, πιθανότατα θα καταγράφει λάθος τις εξισώσεις και θα υποπίπτει σε συνεχή σφάλματα. Συνειδητοποιείς ότι θα έπρεπε να ξεκινήσεις από την αρχή, από πράγματα που ήδη θα έπρεπε να είναι «κτήμα» εδώ και χρόνια για να μπορείς να πεις εσύ τα δικά σου. Πώς όμως μπορεί άραγε να γίνει αυτό; Γίνεται;
Σε ποιο επίπεδο άραγε της εκπαιδευτικής διαδικασίας πρέπει να αποδοθούν αυτές οι ευθύνες; Σε όσους έπρεπε να τα πουν πριν δύο χρόνια αλλά δεν τα είπαν; Σε όσους έπρεπε να τα ακούσουν πριν δύο χρόνια, αλλά δεν τα άκουσαν; Σε όσους έπρεπε να έχουν βάλει τις βάσεις για να μπορέσουν να τα ακούσουν πριν δύο χρόνια; Σε όσους δεν άκουγαν αυτούς που έβαζαν τις βάσεις; Σε όσους δεν τα ενέπνευσαν με την ανάγκη να πάρουν; Σε όσους δεν τα πίεσαν; Είναι εν τέλει φιλοσοφικό, ή πραγματικό το ζήτημα της εκπαίδευσης;
Το μόνο σίγουρο είναι πως η οργάνωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, αλλά και οι εξεταστικές ασφαλιστικές δικλείδες της οι οποίες αναγνωρίζουν τις ελλείψεις και διαχειρίζονται τα προβλήματα, οδηγώντας σε επαναλήψεις, ή ανακατευθύνσεις, βρίσκονται σήμερα σε δραματικό επίπεδο. Πολλά πρέπει να αλλάξουν, σε όλα τα επίπεδα. Από το γονιό, μέχρι τον δάσκαλο και τον καθηγητή, από τα βιβλία μέχρι τα μέσα, από την ύλη μέχρι και τις μεθόδους, από την κούνια ως το πανεπιστήμιο.
Το άλλο επίσης σίγουρο είναι πως με τις πολιτικές αλλαγών που ακολουθούνται, οι οποίες μόνο εντυπώσεις (ελληνιστή «εφέ») δημιουργούν, δίδοντας «διαδραστικούς πίνακες» και laptops, ωσάν καθρεφτάκια σε ιθαγενής, ή περικόπτοντας ποσοστιαία τις ύλες «για να μπορούν οι ιθαγενείς να εντρυφήσουν» και καταρρακώνοντας κάθε εξεταστική ασφαλιστική δικλείδα, χωρίς να γίνεται μια μελέτη για την αναγκαιότητα της ύλης, δεν θα διορθωθούν τα προβλήματα. Η φοιτητική δικαιολογία: «αφού μας επιτρέπει το σύστημα να περνάμε με πασαλείμματα και με τη βάση του πέντε, ενώ η επικοινωνία με τα βιβλία και τους καθηγητές είναι μηδενική» είναι ενδεικτική για το κακό που κάνουν οι σημερινές πολιτικές.
Σήμερα τα φυντάνια οριακά αντιλαμβάνονται τι είναι ολοκλήρωση, αύριο πιθανόν θα αναρωτούνται τί είναι αυτό το σκουληκάκι στην αρχή της παράστασης. Σήμερα δεν γνωρίζουν πως ο αέρας είναι ρευστό, αύριο ίσως τα στοιχεία ξαναγίνουν τέσσερα. Σήμερα η εξέλιξη είναι ένα παραμυθάκι για γορίλες, αύριο ίσως η εξέλιξη ταυτιστεί με το νούμερο που περιγράφει έναν επεξεργαστή: ο 486 είναι σίγουρα πιο εξελιγμένος από τον 386.
Και τα μόνα θύματα σε αυτή την ιστορία είναι τα μυαλά των φυντανιών, βορρά στην πολιτική υποκρισία των υπουργών παιδείας και την αδιαφορία των ενηλίκων της κοινωνίας μας.

Σάββατο, 5 Ιουνίου 2010

Βρέχει…

Πρέπει να έβρεξε πολύ εκεί στο Ιόνιο. Από φρούτα σχεδόν κανένα. Κάτι σύκα άρχισαν να δένουν μόλις τώρα και μερικά βερίκοκα ξεμυτούν στα κλαδιά. Αλλά από λεμόνια… αυτά δεν είναι λεμόνια, βόμβες μεγατόνων είναι. Καταντά επικίνδυνο να περνάς κάτω απ’ τις λεμονιές! Τα λουλούδια όμως οργιάζουν. Ε, δε φτάνουν άδικα οι φωτογραφίες τους στα πέρατα του κόσμου!
Υποχρεωτική επιστροφή στο τσιμέντο πριν τη λήξη του σαββατοκύριακου. Μα Παρασκευή βράδυ ποιος τρελός επιστρέφει; (οεο;)
Όταν όμως απαιτείται φροντίδα…
«Ευτυχώς» που το Σάββατο ξεκίνησε με βροχές. «Καταρρακτώδεις». Τουλάχιστον έτσι δε σε απασχολεί απ’ την πρώτη στιγμή της επιστροφής το: «πότε φεύγουμε;». Αύριο όμως; (χμφφφτττ)
Αυτό που δεν μπορεί να φεύγει απ' το μυαλό είναι το πόσο ανόητα σπαταλάει το χρόνο του ο άνθρωπος σε έναν συνεχή και καθημερινό πόλεμο, για να κάθεται να κλαίει μετά πάνω από τα θύματά του…
Τί ώρα φεύγουμε; :p

Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010

Επιλογών κατάδικος

Γελαστός, ευχάριστος, με έναν χαρούμενο λόγο να πει κάθε που σ’ έβλεπε. Μεσημεριανά, «αρμένικα» τσιμπούσια με πολύ και καλό κρασί και άφθονη αμπελοφιλοσοφία. Άνοιξε ένα μαγαζί, «υποκατάστημα» του δικού του, να το ορίζει ο γιός του. Να τον «τραβήξει απ’ τ’ αυτοκίνητα, τους σύγχρονους, καθημερινούς φονιάδες».
Κάθε πρωί ο γιός ανέβαινε το δρόμο, καλημέριζε τους γειτόνους, έπαιρνε καφεδάκι και άνοιγε το μαγαζί. Μέσα σε μερικούς μήνες είχε γίνει αγαπητός απ’ όλους όσους συναντούσε. Πρόσχαρος σαν τον πατέρα του.
Ένα πρωί ξεκίνησε να φτιάχνει τη σκαλωσιά για ένα υπόστεγο, έξω από το κατάστημα. Ένα γυμνό καλώδιο, μια απροσεξία, γύρω η μεταλλική κατασκευή και το κακό δεν άργησε να συμβεί. Κι όλα αυτά έγιναν για να μην συμβεί κακό με τ’ αυτοκίνητα.
Θα ξαναχαμογελάσει άραγε η τραγική οικογένεια; Θα ξαναμαζευτεί γύρω απ’ το τραπέζι, χαρούμενη και ευχάριστη όπως τότε; Τότε, την καθαρή Δευτέρα, που αναπάντεχα συναντηθήκατε και περάσατε όλη μέρα πίνοντας κρασί και γελώντας; Κι αν ναι, πότε; Μετά πόσο καιρό; Σίγουρα τίποτε πια δεν θά ‘ναι ίδιο.
Επιστροφή στο Ιόνιο, νωρίτερα απ’ το προγραμματισμένο…

Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010

Αέναα επαναλαμβανόμενες προσδοκίες

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, μπήκε ο Ιούνιος. Καλοκαιριάζει. Τί καλοκαιριάζει δηλαδή, που έχει αρχίσει να σκάει ο τζίτζικας. Με τα αναμενόμενα σκαμπανεβάσματα της εποχής φυσικά. Η απαρχή βέβαια κατακλύζεται από απογοήτευση.
Απογοήτευση για την αδιαφορία των φυντανιών. Όπως ξεκίνησαν, έτσι έφτασαν και στο τέλος. Διέψευσαν κάθε προσδοκία, με εξαίρεση ένα… 2%; Αλλά η προσδοκία δεν είχε να κάνει με κάποιο υψηλό στόχο. Μόνο με πέντε βασικά πράγματα. Αλλά τελικά, μόνο κουτοπονηριά κυριαρχεί και αδιαφορία. Και όταν κάποιος τα κοιτάει κατάματα και τους λέει κατάμουτρα την αλήθεια σκύβουν το κεφάλι, παραδέχονται το φταίξιμό τους, μόνο και μόνο για να συνεχίσουν την ίδια τακτική μέσα στα επόμενα πέντε λεπτά. Αλλάζει ο άνθρωπος χούγια στα γεράματα; Μπαααα, μάλλον όχι, εκτός και αν ζοριστεί πολύ. Και εδώ που τα λέμε δεν ζορίστηκαν και ιδιαίτερα. Αν δεν υπήρχε ανοχή καθ’ όλη τη διάρκεια του εξαμήνου, τότε ίσως και να βάζαν μυαλό. Ίσως πάλι όχι, ίσως αντιδρούσαν σπασμωδικά. Και το εξάμηνο είναι μικρό για να δοκιμαστούν όλες οι προσεγγιστικές μέθοδοι. Μέχρι να δείξει κανείς λίγη ανοχή και να προσπαθήσει να τα χτυπήσει στο φιλότιμο, πάει πέταξε. Και φτάνει τελευταίες μέρες να τραβάει κόκκινες γραμμές και να… «πονάει»; Ναι, πόνεσε η προφορά των: «Γιατί πρέπει να μάθεις με κάποιο τρόπο ότι δεν πρέπει να είσαι τεμπέλης». Μήπως εξαντλήθηκε κάθε αυστηρότητα όμως; Γιατί η κόκκινη γραμμή δεν πήρε κι άλλους; Τους πάντες; Ναι, τους πάντες έπρεπε να πάρει, για διάφορους για τον καθένα λόγους, αλλά πήρε τον μόνο κυνικό που δήλωσε πως ήξερε, αλλά μιας και άλλοι δίνουν μια «δεύτερη ευκαιρία» θεώρησε πως αυτό αποτελεί κανόνα που καταργεί τον… θεσπισμένο κανόνα.
Άλλωστε, αν τα βάλει κανείς με τους πάντες, τότε δεν απομένει πιά τίποτε…
Ίσως πάλι πήραν κάτι. Όχι όσα έπρεπε, αλλά τελικά μπορεί κάτι να μείνει στο μυαλό τους. Κάτι που κάποια στιγμή θα ξεθαφτεί, ας μην είναι απλά αργά τότε.
Απογοήτευση για την αδιαφορία του κόσμου. Η ιδιώτευση πλέον, σήμερα, έχει γίνει η κυρίαρχη τάση, ούτε πολίτες υπάρχουν, ούτε συνάδελφοι, ούτε συναγωνιστές. Ο καθένας μόνος του και ανταγωνιστής με όλους τους άλλους. Να την βγάλει αυτός καθαρή, να ικανοποιήσει το «εγώ» του και ας πεθάνει ο υπόλοιπος κόσμος. Στα λόγια βέβαια κανείς δεν το παραδέχεται. Όλοι νοιάζονται και θέλουν να ευημερεί ο κόσμος όλος, αλλά στις πράξεις τους απλά ανταγωνίζονται τους υπόλοιπους. “I ‘d like a villa and world peace”.
Ορισμένες φορές τους σκοτώνουν κι όλας. Και άλλες, καταδικάζουν όσους «σκοτώνουν άδικα» και μετά γυρίζουν πλευρό. Μόνο λόγια. Λες και τα λόγια αντικατέστησαν τις πράξεις. Ίσως σε λίγο καιρό ο άνθρωπος γίνει τελικά ένα απλό διακοσμητικό στοιχείο των καναπέδων. Ή το καλλωπιστικό στολίδι του υπολογιστή. Φαφλατάς είναι ήδη, σίγουρα. Στη σημερινή εποχή όμως πού καιρός για κόπο· ο αιώνας του ελάχιστους κόστους – μέγιστου κέρδους. Και τα λόγια δεν κοστίζουν.
Απογοήτευση γιατί η κατάσταση βελτιώνεται πολύ αργά και εδώ και τρεισήμισι μήνες δεν άλλαξε τίποτε. Πόσο θα κρατήσει άραγε ακόμα; Η κούραση έχει αρχίσει να γίνεται αισθητή. Σημαντικά αισθητή. Και η κακή διάθεση. Απογοήτευση και γιατί μετά από εννέα μήνες, τίποτε σημαντικό δεν εγκυμονήθηκε.
Και σε λίγο θα ξεκινήσει η διακοπή, για να κλείσει ο κύκλος και να αρχίσει ο καινούργιος. Αέρηδες και κύματα στο Ιόνιο. Και κάπου εκεί, μέσα στις ανεκπλήρωτες προσδοκίες, χάνεται το νόημα.