Δευτέρα 13 Απριλίου 2009

Κυκλώνοντας τους Κενταύρους

Μιας και η ξεχασιάρα της κάστας αποφάσισε να μετατρέψει το σπίτι μου σε αποθήκη, κάτι που φυσικά δε με βρήκε σύμφωνο, και καθότι ο Shadow ήθελε να βρει κενταύρους να φωτογραφίσει για να τους συμπεριλάβει στο επόμενο επεισόδιο παύλα ντοκιμαντέρ παύλα ψυχαγωγική εκπομπή της τηλεόρασης, απεφασίσθη στο φτερό, αφού βοηθούσε κι ο καιρός, εκδρομή για αναζήτηση των χαμένων διδασκάλων της μυθολογίας.
Έτσι λοιπόν μετά από το τρίωρο ταξίδι και τον καφέ στην παραλία του Βόλου, και αφού φυσικά εσυναντήθη η ξεχασιάρα συνοδοιπόρος ώστε να παραλάβει κάποια στιγμή τα αυγά και τα πασχάλια της (πετσετούλες, μπλουζίτσες κοκ), ξεκίνησε η ανάβαση στο βουνό των κενταύρων σε αναζήτηση του Χείρωνα.



Δρόμο πήραμε, δρόμο αφήσαμε, στην Τσαγκαράδα περπατήσαμε, βρήκαμε τα χωριά να «διπλασιάζονται» σχεδόν από τα νεόδμητα και υπό ανέγερση «παραδοσιακά αρχοντικά» (μεσούσης της κρίσης, να το προσέξουμε αυτό ε; πού θα βρεθεί βρε ο τουρίστας;), σκαρφαλώσαμε βουνά και λαγκάδια (να προσέξουμε στο κατέβασμα και να φροντίσουμε να μην ξεχάσουμε και κανέναν στο δάσος ε; όχι, γιατί το έχουμε συνήθειο τώρα τελευταία λέω…), τσενταύρους δεν εβρήκαμε, τ’ ομολογώ. Βρήκαμε βέβαια μπόλικες κάτασπρες ανθισμένες μυγδαλιές, μια φύση υπέροχη και αναζωογονητική (μακριά απ’ τα τσιμέντα όλα αναζωογονητικά είναι, πάμ’ παρακάτ’), παράξενες βρύσες (λες να το φέρνει από τα έγκατα το νεράκι;) και μια υποψία παλαιού αρχοντικού (του καιρού του Χείρωνα το δίχως άλλο… απλά θα λείπει ο μπαγάσας…)



Αυτή η μόδα πάντως να γεμίζουν τους κήπους με γκι πρέπει να είναι πολύ καινούργια. Καταντάει υπερβολή πιστεύω…


Αφού πάντως το κυκλώσαμε το βουνό, αλλά κένταυρο δεν βρήκαμε για φωτογράφιση, επιστρέψαμε στο Βόλο και στη συνέχεια στη βάση μας (εννέα ώρες οδήγησης συνολικά!), αφού βέβαια πρώτα θυμίσαμε στην ξεχασιάρα να παραλάβει τα πράγματά της αυτή τη φορά και να μη μετατρέψει το αυτοκίνητο σε αποθήκη, και συνειδητοποιήσαμε πως τα αυγά μεν ήταν δικά της, το ίδιο και τα πασχάλια, αλλά πλην ενός.
Άντε τώρα να βρούμε
ποια έφυγε χωρίς μπλούζα από το σπίτι…
>:)

Τρίτη 7 Απριλίου 2009

Άκρως γελοία αργήτητα

Οι ταχύτητες δικτύου στο φιντανοτροφείο χαμηλές (πιο χαμηλές δε γίνεται, καλύτερα 45kb/s dialup). Η δομή φυσικά δε δίνει καν τη δυνατότητα να βαρέσεις έντιτορς. Η μέρα κυλά κι αυτή νωχελικά, σαν τη διαδικτυακή ροή. Ευτυχώς που το κινητό παύλα πιντιέι είναι και παύλα ραδιόφωνο (το διαδικτυακό ραδιόφωνο πιθανότατα θα γκρέμιζε κάθε υποψία διαδικτύου στο ίδρυμα).
Η συνεχής αδιαφορία και βαρεμάρα κουράζει. Η αλήθεια είναι πως αδυνατείς να μεταφράσεις τι μπορεί να σημαίνει πως υπήρξε αδυναμία επίλυσης μιας άσκησης διότι το μυαλό δε θυμόταν πως αντιστρέφεται ένας πίνακας τρία επί τρία. Έστω ότι τα βιβλία των μαθηματικών έχουν πεταχτεί στον κάλαθο των αχρήστων, μιας και τα βιβλία πλέον δεν τυγχάνουν σεβασμού (και όχι μόνο αυτά). Έστω ότι παραδόθηκαν στην πυρά, σε μια προσπάθεια αναπαράστασης της νύχτας της 10της Μαΐου του 1933. Έστω ότι δεν διατίθεται κανένα πρόγραμμα μαθηματικών πράξεων. Μα μια απλή διερεύνηση στον γούγλη αρκούσε να δώσει την απάντηση από το πρώτο κι όλας λινκ. Πως λοιπόν να εκτιμήσεις ένα μυαλό το οποίο επί μία ολόκληρη εβδομάδα «προσπαθούσε να θυμηθεί» πως αντιστρέφεται ένας πίνακας;
Το ίδιο κουράζουν και τα επικριτικά σχόλια ή οι δικαιολογίες αποφυγής, τη στιγμή που δεν έχει καταβληθεί καμία προσπάθεια, ενώ η απάντηση στην επαναλαμβανόμενη ανά πεντάλεπτο έκκληση για απορίες προς συζήτηση είναι η απόλυτη σιωπή. Δικαιολογίες επί δικαιολογιών που σε τελευταία ανάλυση υποδεικνύουν κουτοπονηριά και αδυναμία σεβασμού του εαυτού του ιδίου. Κουράζουν και εκνευρίζουν, και το δεύτερο χειροτερεύει τα πράγματα. Και η αλήθεια είναι πως ο εκνευρισμός τείνει να γίνει δεύτερη φύση τον τελευταίο καιρό.
Εκνευρισμός για όσα συμβαίνουν, γιατί ακριβώς αυτά που συμβαίνουν κουράζουν, γιατί ακριβώς η ίδια η αίσθηση ότι κανείς άλλος δε νοιάζεται, στενοχωρεί και κουράζει. Η αλήθεια είναι πως ορισμένες φορές η ιδέα ενός κουκουλιού αδιαφορίας φαντάζει πολύ ελκυστική, γιατί σε τελευταία ανάλυση ίσως οι περισσότεροι να αξίζουν την αδιαφορία αυτή. Μόνο που και αυτό ακόμα εκνευριστικό καταντάει.
Ευτυχώς που το πιντιέι παύλα κινητό είναι και παύλα ραδιόφωνο και κρατάει συντροφιά τις ώρες της βαρεμάρας. Διότι το διαδίκτυο κινείται σε άκρως γελοία αργήτητα ενώ το κέφι για οποιουδήποτε είδους εργασία είναι μηδενικό. Άλλωστε Μεγάλη Εβδομάδα έρχεται και τα φιντάνια αποφάσισαν πως πρέπει να ξεκουραστούν από την καθημερινή αδιαφορία που επιδεικνύουν και να αλλάξουν παραστάσεις διασκεδάζοντας επί δύο εβδομάδες σε άλλα μέρη, βαρέθηκαν τα ίδια και τα ίδια. Λογικό είναι, ο καθένας βαριέται κι από κάτι.
Υπολειμματικό όργανο ο μελλοντικός εγκέφαλος…

Σάββατο 4 Απριλίου 2009

Ώρα ουρανού

Κι ας ονομάστηκε ώρα γης. Τ’ ουρανού κατάκτηση ήταν γιατί φάνηκαν πάλι, έστω και λίγο, τ’ αστέρια και δηλώθηκε επίσημα ακόμα μια φορά η απεραντοσύνη του. Αυτή που κάποτε ο άνθρωπος κοιτούσε και, αναλογιζόμενος πόσο μικρός είναι και πόσα λίγα ξέρει, ήθελε να κατακτήσει είτε με την φυσική παρουσία, είτε με τη φιλοσοφία. Όλ’ αυτά πριν τα φώτα τον σκιάσουν και ο άνθρωπος στρέψει το βλέμμα του στο έδαφος, μιας και το στερέωμα δεν παρουσίαζε πλέον την εξωτική κι ελκυστική του όψη.
Ήρθε, πέρασε, επεδίωξε να δείξει. Τι έδειξε πέρ’ απ’ τ’ άστρα; Τί έμεινε; Για μία ώρα «ανάσανε» ο πλανήτης; Δεν νομίζω βέβαια πως υπήρξε προϊστάμενος βάρδιας σε εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας που ελάττωσε την παραγωγή εκείνες τις ώρες. Θες η άγνοια του ποσοστού συμμετοχής; Θες το γεγονός πως μετά μία ώρα η ζήτηση θα χτυπούσε κόκκινο; Θες το γεγονός πως η μετάβαση από μία μόνιμη κατάσταση λειτουργίας σε άλλη είναι δύσκολη και διαρκεί χρόνο; Άλλωστε τη νύχτα που ο κόσμος κοιμάται και η κατανάλωση πέφτει, δεν βγαίνουν εκτός λειτουργίας μονάδες παραγωγής. Η αποκατάσταση μόνιμης κατάστασης λειτουργίας είναι επίπονη. Ο πλανήτης σίγουρα δεν «ανέπνευσε» λοιπόν. Δεν εκλύθηκε λιγότερο καυσαέριο.
Για να επιτευχθεί κάτι πρέπει η τακτική αυτή να γίνει πανάκεια, αλλά δε φάνηκε τις υπόλοιπες μέρες να ελαττώθηκαν τα φώτα στα σπίτια. Τα μνημεία και τα κτίρια σίγουρα παρέμειναν φωτισμένα. Για τις βιτρίνες δε συζητείται καν, αυτές δε συμμετείχαν ούτε στην «ώρα ουρανού». Αλλά πώς να σβήσουν τα φώτα τα σπίτια; Πώς να «αναπνεύσει ο πλανήτης» όταν η οικογένεια δε μαζεύεται σε ένα δωμάτιο αλλά ο καθένας θέλει το χώρο του, το φως του, τη μουσική του, τη δική του τηλεόραση με το δικό του κανάλι, το αυτοκίνητό του, την «ανεξαρτησία του»; Είναι δυνατόν; Κοροϊδευόμαστε; Όλα αυτά αυξάνουν την κατανάλωση και συνεπώς βοηθάνε τα σύγχρονα πρότυπα και μοντέλα που την απαιτούν. Αλλά σίγουρα δεν βοηθάνε ούτε τον Άνθρωπο, ούτε τον πλανήτη. Βοηθάνε μόνο τα μοντέλα. Ζούμε όμως τον αιώνα της «ατομικής ανεξαρτησίας». Μπροστά σε αυτή τίποτε δε μετράει.
Τελικά ο πλανήτης δεν «ανέπνευσε» όπως εύστοχα διαφημιζόταν, η τακτική δεν έγινε πανάκεια αλλά ξεχάστηκε την επόμενη στιγμή, δίνοντας ίσως ραντεβού σε ένα ημερολογιακό έτος. Έτσι, για να μην ξεχνιόμαστε. Άλλωστε, «αν δείξαμε ότι μπορούμε», γιατί δεν το υιοθετήσαμε; Τι κατάφερε τελικά να δείξει όλη αυτή η «κινητοποίηση»; Πέραν της λαμπρότητας του ουρανού μάλλον έδειξε μόνο άλλο ένα πράγμα: Ότι οι συλλογικές κινήσεις απαιτούν οργάνωση. Χωρίς οργάνωση και «ηγεσία» οι μεμονωμένες ατομικές ενέργειες δεν έχουν αποτέλεσμα. Και όσο δεν υπάρχει οραματιστής, δε θα υπάρχουν και μεταβολές.
Αλλά ο ουρανός πλέον είναι σκοτεινός, σβησμένος από τα φώτα του πολιτισμού, που να βρεθεί χώρος και έμπνευση για όραμα; Διαίρει και βασίλευε έλεγαν. Και το διαίρει επετεύχθη αποτελεσματικά. Τώρα οι βασιλείες είναι εύκολη υπόθεση…

Πέμπτη 2 Απριλίου 2009

Μια «άλλη» Κυριακή

Η μέρα ξεκίνησε ήρεμα. Απ’ το ανοιχτό παράθυρο δεν ακουγόταν ο κλασικός θόρυβος της πόλης, η ατμόσφαιρα έμοιαζε περισσότερο με Κυριακάτικου πρωινού. Αυτό ίσως σημαίνει πως η απεργία θα έχει μεγάλη απήχηση. Πάντως ένας πρωινός περίπατος στο βουνό απεδείχθη και «κυριακάτικος» αλλά και όμορφος. Η άνοιξη έχει ξεκινήσει και ας μην έχει ακόμα γίνει συνειδητή η έλευσή της. Ειδικά με τον καιρό των προηγούμενων ημέρων. Τα κατακίτρινα πλέον «λιβάδια» στο δρόμο προς το φινατνοτροφείο καταμαρτυρούσαν την αλλαγή, αλλά απλά φάνταζαν περίεργα στο νου. Σαν φάρσα.
Η φιντανοφάρσα δε, συνεχίζεται. Δύο τινά συμβαίνουν: Ή απλά η βαρεμάρα έχει κατακυριεύσει την υπόσταση, ή απλά χρειάζεται κάποιος να πιαστεί χεράκι-χεράκι σε μια «στράτα, στρατούλα» προσπάθεια κίνησης. Ή και τα δύο μαζί. Αλήθεια αναρωτιέται κανείς: Να αναπνέει έμαθε; Άδεια γιατί δε ζητάει;
Α και παρεμπιπτόντως: Διάβασε τις οδηγίες και ακολούθα ‘τες…
Το σακάκι απαραίτητο μιας και η παρουσία στο νεκροταφείο απαιτεί και κάποια επισημότητα. Η θερμοκρασία των είκοσι πέντε βαθμών όμως αποτελούσε και αυτή μια έκπληξη. Το ένδυμα δεν κρατούνταν με άνεση στο κορμί. Η κίνηση μέτρια. Η μέρα μάλλον αποδεικνύεται διαφορετική από μια κλασική καθημερινή.
«Να συναντιόμαστε και σε καμιά χαρά, όλο σε λύπες βρισκόμαστε». Το πρόβλημα είναι πως δε συναντιόμαστε στη χαρά, πως δεν υπάρχει χαρά να συναντηθούμε, ή πως απλά τη χαρά την περνάμε εξ απαλών ονύχων και αδιαφορούμε γι’ αυτή και μόνο στη λύπη πλέον ψάχνουμε την επικοινωνία; Όποιο και αν συμβαίνει, κατάντια είναι.
Η επιστροφή είναι διαφορετική, η κίνηση έχει επιστρέψει στα δρόμους. Θυμίζει γιατί έχω εγκαταλείψει κάθε ιδέα μετακίνησης πέραν των απαραίτητων. Αδυνατώ να συμβιβαστώ με την «αναγκαιότητα» κατανάλωσης του χρόνου σε μετακινήσεις που θα έπρεπε να κοστίζουν λιγότερο από το ένα τέταρτο της σημερινή τους διάρκειας. Προτιμώ να μη μετέχω στη «ζωή της πόλης».
Βράδυ πια και το κείμενο κλείνει. Μικρά ρετουσαρίσματα αύριο που η ζωή θα έχει επιστρέψει στην συνηθισμένη ροή της. Τελικά να δόθηκε κάποιο μήνυμα από την απεργία; Και αν ναι, να το έλαβε κανένας αυτό το μήνυμα; Ή απλά οι ζωές έχουν γίνει βίοι παράλληλοι και η επικοινωνία έχει μετατραπεί σε αλληλουχία μονολόγων; Υπερβολική η προσκόλληση στο εγώ…

Τετάρτη 1 Απριλίου 2009

Πρωταπριλιά

Πρωταπριλιά σήμερα και ελπίζω να ήταν πρωταπριλιάτικο αστείο. Η δήλωση ενός ξενοδόχου πως το κράτος πρέπει να επιδοτήσει τις πενταήμερες εκδρομές. Όχι γιατί αν δεν ήταν, μάλλον έχουμε ξεφύγει…
Ή πλέον έχουμε ορίσει με νέο τρόπο την έννοια της κοινωνικής πολιτικής. Βέβαια, αν λάβουμε υπ’ όψη μας πως η λέξη «επιδότηση» αναφέρεται πολλάκις σχεδόν σε κάθε συζήτηση, μάλλον πρέπει να εξεταστεί αυτός ο νέου τύπου ορισμός.
Όπως και ο ορισμός του «ασφαλιστικού», μιας και όλα βρίσκονται υπό κατάρρευση, έτσι και τα ασφαλιστικά. Και είναι φυσιολογικό τα ταμεία των δημοσίων να παραπαίουν. Χρονιές επί χρονιών οι θέσεις εργασίας ελαττώνονται σύμφωνα με τις προσταγές της νέας μόδας. Παρεπόμενο η μείωση του λόγου εργαζομένων προς συνταξιούχων. Πώς να στηριχθεί ένα ταμείο;
Πώς να στηριχθεί γενικότερα ένα ταμείο όταν οι εργαζόμενοι είναι λιγότεροι από τους συνταξιούχους στο σύνολο της κοινωνίας; Πώς να στηριχθεί η κοινωνία του σήμερα όταν εκλείπουν οι θέσεις εργασίας;
Η «ιδέα» πως τα χρήματα αυγατίζουν μόνα τους καιρός να ξεχαστεί. Αντιληπτό πως είναι δύσκολο να γίνει αποδεκτό απ’ το ευρύ κοινό. Καταστρέφει τις φρούδες ελπίδες του, τις ονειροφαντασίες με τις οποίες το πότισαν επί πάμπολλα συναπτά έτη. Όλα τα ισοζύγια κλείνουν σε παροντικό χρόνο και αυτό ισχύει και για τα χρηματικά, όσο και αν είναι ελκυστική κάποια άλλη ιδέα.
Φάρσα επί φάρσας σε καθημερινή βάση, κάποτε θα ξεσπάει η κρίση της αλήθειας. Γιατί αν ορίζεται η φάρσα, ορίζεται και η αλήθεια.
Φάρσα δε ελπίζω να αποδειχθεί και η σημερινή φινταναργοπορία. Εκτός και αν είναι φάρσα η ιδέα πως μπορείς να στηριχθείς σε ένα φιντάνι, όσο καλή διάθεση και αν δείχνει. Γιατί μεθαύριο πρέπει να είναι έτοιμο το κείμενο και λόγω σοβαρών άτυχων συγκυριών, το φιντάνι απεδείχθη η μόνη διασύνδεση με το παρελθόν. Μόνο που είναι απών απ’ το παρόν.
Και ίσως ήρθε η ώρα να ασχοληθούμε με την σοβαρότερη όλων, τη φάρσα του καιρού. Θα αποφασίσει επιτέλους να βρέξει και να μας λυτρώσει από την βαριά και βλαβερή ατμόσφαιρα των τελευταίων ημερών, ή θα συνεχίσει μέχρι να πνιγούμε όλοι μαζί;
Καλό μήνα νά ‘χουμε και
μια καλή βροχή σύντομα
(οσονούπω αν γίνεται;)

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2009

Μειοδοτικά μπόνους

«Θέλω μπόνους!»
Ώχ ωχ; Μισό, εγώ ποτέ δεν είχα σχέσεις με διεύθυνση, τώρα πως προέκυψε αυτό;
Όνειρο θα είναι… αλλά πάλι δεν βλέπω όνειρα. Θα φταίει ο καιρός που με έχει διαλύσει…
«Τι μπόνους θες παιδί μου;» (όνειρο είναι, ότι θέλω λέω έτσι;)
«Ε να, μια εργασία να μου δώσει μπόνους στο βαθμό για να περάσω το μάθημα!»
Στάκα. Γίνεται πιο ενδιαφέρον και αρχίζει να απομακρύνεται από όνειρο. Το μάθημα είναι σχετικό με μένα, άρα…
Και λαμβανομένου υπ’ όψη πως η διαδρομή μέχρι το φιντανοτροφείο δεν φάνηκε και τόσο ονειρική…
«Να μάθεις ή να περάσεις σε ενδιαφέρει νεαρέ μου;»
«Και τα δύο»
«Ωραία, το πρώτο εμπίπτει στις δικές μου αρμοδιότητες και φροντίζω όσο καλύτερα γίνεται γι’ αυτό. Το δεύτερο εμπίπτει φοβούμαι στις δικές σου και πρέπει να φροντίσεις όσο καλύτερα μπορείς γι’ αυτό…»
Άκου μπόνους. Κάτι πολύ στραβό πρέπει να υπάρχει στο βασίλειο. Δεν εξηγείται αλλιώς. Εκτός και αν φταίει το νερό. Ο αέρας… Καλά, αυτός φταίει σίγουρα. Αισθάνομαι κινούμενο ζόμπι ένα πράμα… Ρε λες να ήταν όνειρο; Άκου μπόνους…
Άραγε όσοι καταφέρνουν να κερδίσουν σε μειοδοτικούς διαγωνισμούς παίρνουν και αυτοί μπόνους; Όχι γιατί παρά το επώνυμο των εταιριών, οι μισοί υπολογιστές μας αρνούνται να πάρουν μπρος…
Βέβαια μπορεί και να κόλλησαν απ΄ τα φιντάνια. Ποιος ξέρει αν αυτό το μπόνους είναι κολλητικό. Μάλλον είναι ε; Ε και τί; Να τους δώσω μπόνους λουκουμάκι ή αυτό είναι πια ξεπερασμένο και δουλεύει μόνο σε ταξί αντίκες; Κάτι πολύ σάπιο τελικά υπάρχει στο βασίλειο…
Και σκονισμένο. Τραγική αυτή η κατάσταση. Αμάν βρε σύντεκνε κι εσύ με τα ανοιχτά παράθυρα. Μας μπάζεις όλη τη σκόνη μέσα. Αισθάνομαι πολύ κουρασμένος… Και δεν παίρνω μέρος και σε τίποτε εκλογές για να παραιτηθώ μόλις τις χάσω δηλαδή. Δραματική η κατάστασή μου…

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2009

Εορτολόγιο

Περίεργη βδομάδα αυτή που ξεκίνησε. Κόβεται στη μέση της από αργία. Τα φυντάνια αποφάσισαν πως επιβάλλεται να μη γίνει μάθημα την προηγούμενη. Απλά δε θα πατήσουν, εγώ «ας κουρεύομαι». Ανήρτησαν και τις υπογραφές τους (διότι εμείς αρνούμεθα την παιδεία χωρίς κουκούλες και τα συναφή). Προχωρώντας όμως πιο κάτω διαπιστώνεις πως άλλα φυντάνια αποφάσισαν πως επιβάλλεται να μην γίνει μάθημα την επομένη! Ανήρτησαν και τις υπογραφές τους (διότι εμείς όπως προείπαμε ενεργούμε χωρίς κουκούλα)…
Ευτυχώς που έχουμε εμπεδώσει το που βρισκόμαστε και ποια η θέση μας αλλά και ποια η δουλειά μας και οι υποχρεώσεις μας. Τουλάχιστον «μας σκέφτονται» και μας δίνουν επίσημα άδεια να μην παραστούμε αφού αυτά… δε σκοπεύουν να παραστούν.
Αναρωτιέμαι τελικά ποιος ή τι είναι το καημένο και το ριγμένο σ’ αυτή την ιστορία. Γιατί όλη αυτή η παραφιλολογία του «καημένου» που ακούω κάθε φορά μου προκαλεί γέλια (για να μη μου προκαλέσει κλάματα) …

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2009

Ανασφάλεια

Δεν ξέρω αν ο κόσμος σήμερα αισθάνεται ανασφαλής, ή αν απλά έτσι προβάλλεται πως συμβαίνει. Σίγουρα, σε ατομικό επίπεδο, ο καθένας μας αισθάνεται διάφορες ανασφάλειες, αλλά λείπει πραγματικά στις μέρες μας το αίσθημα της ασφάλειας από την κοινωνία; Επιπλέον, αν σήμερα λείπει το αίσθημα ασφάλειας, υπήρχε παλαιότερα; Και αν ναι, για ποια ασφάλεια μιλάμε; Γιατί το γενικότερο πλαίσιο δραστηριοποίησης που έχει υιοθετηθεί σήμερα στηρίζεται στην ανασφάλεια ως μέθοδο εξασφάλισης της αποτελεσματικότητας!
Αυτό δε σημαίνει πως ουσιαστικά επικροτείται η ανασφάλεια; Και αν δεν επικροτούνται ορισμένοι τύποι ανασφάλειας – τους κανόνες ποιός τους θέτει – μήπως όμως πρακτικά ο κόσμος «εκπαιδεύεται» στην εγκαθίδρυση της ανασφάλειας ως παράγοντα αποτελεσματικότητας και «ανάπτυξης»; Και αν ναι, γιατί μας πειράζει τότε το αίσθημα ανασφάλειας, αν όντως υπάρχει;
Ζούμε σε μια νέα εποχή όπου τίποτε δεν είναι ίδιο με το παρελθόν. Φυσικά και δεν είναι πρωτότυπο αυτό. Ισχύει πάντα και είναι από τις λίγες «καθολικής αξίας» ιδιότητες του σύμπαντος, μετά τους φυσικούς νόμους. Σήμερα έχει αλλάξει η θρησκευτική αντίληψη και έχει αντικατασταθεί από την πίστη και θεοποίηση της τεχνολογίας και του χρήματος. Στο βωμό αυτής της νέας θρησκείας θυσιάστηκαν όλες οι αρχές και τα πιστεύω της προηγούμενης. Παλαιότερα υπήρχε η παντοδυναμία του θείου, σήμερα υπάρχει η παντοδυναμία του χρήματος ενώ τον από μηχανής θεό αποτελεί πλέον η τεχνολογία. Μέσα απ’ όλες αυτές τις αλλαγές αναπότρεπτο ήταν να αλλάξουν πάρα πολλά πράγματα στην κοινωνία, και μάλιστα ραγδαία, αφού οι ρυθμοί εισβολής και ανάπτυξης της νέας θρησκείας υπήρξαν ραγδαίοι. Και ενώ διάχυτα γύρω ακούγονται φωνές να κραυγάζουν πως τίποτε δεν αλλάζει, στην πράξη η σημερινή πραγματικότητα διαφέρει υπερβολικά από την προ τριακονταετίας. Σήμερα ο κόσμος αναρωτιέται για το «έλλειμμα παιδείας» δίχως να έχει ορίσει την παιδεία την ίδια. Δίχως να έχει διερευνήσει τα μονοπάτια της ψάχνει να βρει ενόχους να αποδώσει ευθύνες. Ο κόσμος που αναρωτιέται όμως απλά προέρχεται από ένα «άλλο» κοινωνικό και εκπαιδευτικό σύστημα. Προέρχεται από μια κοινωνία που διατυμπάνιζε το «μάθε παιδί μου γράμματα», «γίνε ευγενικός» και «να σέβεσαι τους γύρω σου». Σήμερα είναι καιρός η κοινωνία να παραδεχθεί πως αυτό που διατυμπανίζει είναι «γίνε παιδί μου καπάτσος», «βρες έναν εύκολο τρόπο να βγάλεις χρήματα» και «να καταναλώνεις». Μια κοινωνία που διδάσκει καθημερινά το εύκολο κέρδος και την κατανάλωση γιατί αναρωτιέται για την έλλειψη γνώσεων και σεβασμού; Καιρός είναι να γίνει επιτέλους παραδεκτό πως παρότι ο κόσμος αναφέρει το σεβασμό και τη γνώση σαν κάτι το ιδανικά επιθυμητό, στην πράξη, αφού πρώτα μιλήσει γι’ αυτά με ευχολόγια, γυρνώντας την πλάτη θα ψιθυρίσει «και τώρα ας δούμε πως θα βγάλουμε χρήματα για να αγοράσουμε…, να πάμε…».
Έχοντας απαξιώσει κάθε θεσμό και αξία, στην ουσία δεν μένει στον άνθρωπο τίποτε άλλο απ’ το να «ηθικολογεί» φωναχτά, προβάλλοντας μια όμορφη εικόνα του εαυτού του, ενώ συμφεροντολογεί ενδόμυχα, πράττοντας σε πλήρη ασυμφωνία με τα ίδια του τα λόγια, με τις ίδιες του τις «θεωρητικές επιθυμίες». Μόνο που ο άνθρωπος αυτός στην παλιά εκείνη κοινωνία ονομαζόταν φιδόγλωσσος και καταδικαζόταν. Σήμερα οι διχαλωτές γλώσσες κατακλύζουν τα πάντα. Άλλωστε η εξιδανικευμένη προβολή έγινε μέθοδος διείσδυσης και έτσι το μάρκετινγκ αντικατέστησε στην πράξη την ποιότητα. Η γυναίκα του καίσαρα πλέον αρκεί να φαίνεται τίμια. Η πραγματικότητα δεν εξετάζεται, οι συνέπειές της όμως φαίνονται εκ των υστέρων.
Σήμερα η κοινωνία αναρωτιέται γιατί, αφού πρώτα προέτρεψε και επιζήτησε το εύκολο κέρδος απαξιώνοντας στην πράξη, αν όχι και στα λόγια, κάθε άλλη αξία, τα μέλη της επιζητούν το εύκολο κέρδος θυσιάζοντας οτιδήποτε άλλο. Η κοινωνία που καλλιέργησε την ανασφάλεια σε κάθε πτυχή της ζωής αναρωτιέται γιατί τα μέλη της αισθάνονται ανασφαλή. Η κοινωνία που περιθωριοποίησε οποιονδήποτε υιοθέτησε άλλους ρυθμούς και αξίες, πέραν αυτών της νέας θρησκείας, αναρωτιέται για την αύξηση των περιθωριοποιημένων και την ανασφάλεια που πηγάζει από την παρεπόμενη αύξηση της εγκληματικότητας. Η κοινωνία που καλλιέργησε την εξοικείωση με την βία αναρωτιέται για την αύξηση και το νέο πρόσωπο της βίας. Η κοινωνία που αγοράζει και πουλάει τον πόνο και την βία και μάλιστα με υψηλή κερδοφορία, αναρωτιέται γιατί υπάρχουν διάχυτα γύρω της.
Αν το παραδεχθεί, θα έχει κάνει το πρώτο βήμα για να «λύσει» το πρόβλημα, αν όντως την πειράζει. Ή να το αποδεχθεί, ή να το αλλάξει.
Η κοινωνία, εν μέρει με τις δικές της επιλογές αλλά κυρίως μέσω των επιλογών των «κρατούντων» και μέσω της εξιδανίκευσης και διαφημιστικής προβολής της ορθότητας και «προοδευτικότητας» των μεθόδων, επεδίωξε την ανασφάλεια και τον γρήγορο ρυθμό ανάπτυξης και σήμερα ζει τις «παράπλευρες συνέπειες» αυτής της ίδιας της επιδίωξης της και, μέσα από τον υποτιθέμενο προοδευτισμό της, απαιτεί εντελώς συντηρητικά την διατήρηση της νεοεγκαθιδρυμένης θρησκείας και του παρόντος μοντέλου με μέτρα «άρσης των συνεπειών», αφήνοντας όμως τις αιτίες ανέγγιχτες. Μέσω του ανταγωνιστικού μηχανισμού της ώθησε στην περιθωριοποίηση και απαξίωσε κάθε άλλο «πιστεύω», οδήγησε τα μέλη της σε έναν αγώνα άγριο και βίαιο, χωρίς ουσιαστικούς κανόνες και χωρίς περιθώρια επιλογής. Μόνο που ξαφνικά συνειδητοποίησε πως δεν της αρέσει η έκφραση της βίας αυτής και κλυδωνίζεται ανάμεσα στην εύθραυστη συντήρηση του σχήματος και στην μεταβολή του σε κάτι νέο. Μόνο που τα γεγονότα πάντα προφταίνουν και ξεπερνούν τις κοντόφθαλμες ενέργειες.
Πρόοδος δεν είναι η στοχευμένη ανάπτυξη αλλά η συνολική βελτίωση. Βελτίωση η οποία τελικά θα επέλθει, και στο μέλλον θα καταδικάσει ως συντηρητικές τις δήθεν προοδευτικές δυνάμεις της «τήρησης και διατήρησης του σύγχρονου και προοδευτικού μοντέλου ανάπτυξης», ενώ στη συνέχεια, με τη σειρά της, θα αλωθεί από τον συντηρητισμό της πίστης στην ορθότητά της. Γιατί τα πάντα ρέουν και αλλάζουν, όπως και σήμερα τα πράγματα δεν είναι όπως ήταν πριν από μερικά χρόνια.
Στο ρευστό αυτό σκηνικό τελικά μεγαλύτερη αξία έχουν οι αξίες και οι μηχανισμοί που τις εξυπηρετούν, όχι οι μέθοδοι αυτές καθ’ εαυτές. Η βελτίωση περνάει μέσα από τη νουθεσία και την παιδεία και όχι μέσα από την εκ των υστέρων τιμωρία. Ένας πατέρας που τιμωρεί αντί να νουθετεί το παιδί του αδυνατεί να επιτύχει την άνδρωσή του. Και ήδη έχει δειχθεί σε πολλές περιπτώσεις πως τα «κατασταλτικού» και «εκφοβιστικού» τύπου μέτρα δεν αποδίδουν.
Όσο για το αίσθημα της ανασφάλειας, ανάλογα με το από πού πηγάζει αυτό και κατά πόσο καλλιεργείται και επιδιώκεται, θα υπάρχει στο σύνολο, ή μόνο σε ατομικό επίπεδο. Βέβαια οι πιθανότητες εξάλειψής του από την κοινωνία είναι μικρές γιατί ο άνθρωπος που δεν φοβάται είναι άνθρωπος ελεύθερος.
Όσο πάντως η ανασφάλεια θα αποτελεί «εργαλείο» της κοινωνίας θα είναι και πανταχού παρούσα και θα λαμβάνει κάθε δυνατή μορφή.

Κυριακή 15 Μαρτίου 2009

Απώλειες…

Πόσα πράγματα μπορεί να μεταβάλλουν οι επιλογές; Ακόμα και αν δεν στοχεύονταν ουδέποτε οι συγκεκριμένες μεταβολές; Δυστυχώς πολλά και δυστυχώς μερικές φορές αποβαίνει αναπόφευκτο. Όμως πολλάκις καταλήγεις να έχεις και να μην έχεις ταυτόχρονα διάθεση για κάτι. Και τότε συνειδητοποιείς πως οι επιλογές, οι δικές σου αλλά και των οικείων σου, καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό πράγματα τα οποία δε στόχευες ποτέ να επηρεάσεις. Αντιθέτως στόχευες να διατηρήσεις και μάλιστα τα θεωρείς πολύτιμα. Όμως οι επιλογές κατευθύνουν τα πράγματα αλλού. Και οι ζωές αλλάζουν σιγά-σιγά. Και στο τέλος, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, συνειδητοποιείς την επιβαλλόμενη απώλεια που ποτέ δεν επεδίωξες…

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009

Κρίση πραγματικότητας…

Για κάθε τρείς δημόσιους υπάλληλους που συνταξιοδοτούνται θα προσλαμβάνεται ένας. Φυσικά κανένας φαίνεται να μην σκέφτηκε ότι αυτό θα δυναμιτίσει εντελώς τα ήδη προβληματικά ασφαλιστικά ταμεία… Και βέβαια θα τινάξει και την ανεργία στα ύψη. Αύριο δηλαδή πόσο θα πληρώσουμε όλες αυτές τις αποφάσεις περικοπών;
Και όλα αυτά γιατί; Γιατί πολύ απλά κανένας δεν ασχολήθηκε να εξυγιάνει γενικότερα τους δημόσιους τομείς. Αντίθετα τους διαχειρίζεται, πουλώντας, ή και αγοράζοντάς τους ακόμα, αλλά και εξυπηρετώντας συμφέροντα. Και έτσι εδώ και καμιά τριανταριά χρόνια η κατάσταση πάει απ’ το κακό στο χειρότερο. Παλιότερα βλέπεις οι επιχειρήσεις ήταν βιώσιμες και κερδοφόρες. Μετά φαίνεται «απαναπτυχθήκαμε» και ξεχάσαμε… ή μήπως απλά εξυπηρετήσαμε τη «νέα μόδα» ανάπτυξης;
Έλλειψη εσόδων σου λέει μετά. Αλλά βέβαια πως περιμένει κανείς έσοδα, αν δεν υπάρχουν υγιείς δημόσιες εταιρίες για να τα αποφέρουν; Μόνο μέσω φόρων. Γιατί όσο και αν βαυκαλιζόμαστε, η μείωση του δημοσίου τομέα αναγκαστικά οδηγεί σε αύξηση της φορολογίας. Γιατί ένα κράτος έχει έξοδα. Και τα έσοδα είναι απαραίτητα για να συντηρηθεί η κοινωνία. Και όσο θα ελαττώνονται οι δημόσιες επιχειρήσεις, τόσο θα αυξάνει η φορολογία.
Αλήθεια, τόσα χρόνια γίνεται τόσος καυγάς για την απαγόρευση του τσιγάρου στους δημόσιους χώρους η οποία θα οδηγήσει μεν στην ελάττωση της κατανάλωσης καπνού αλλά ταυτόχρονα αναμένεται να ελαττώσει ίσως και την πελατεία των καταστημάτων.
Αναρωτιέμαι, το καλοκαίρι που θα απαγορευτεί το κάπνισμα, θα ελαττωθεί η κατανάλωση τσιγάρων; Αν ελαττωθεί, δεν θα ελαττωθούν και τα έσοδα του κράτους από τη φορολόγηση του καπνού; Από την ελάττωση της κατανάλωσης στα κέντρα διασκέδασης; Αυτό έχει ληφθεί άραγε υπ’ όψη στον ανανεωμένο κρατικό προϋπολογισμό; Ή μόλις απαγορευτεί το κάπνισμα, θα καταρτιστεί νέος προϋπολογισμός; Ή μήπως τελικά δεν θα απαγορευτεί; Ποιά τα πραγματικά σχέδια;
Παγκόσμια κρίση. Καλώς ή κακώς από κάτι προέκυψε. Δεν εμφανίστηκε από το πουθενά. Και τι κάνουμε; Προσπαθούμε να «επαναφέρουμε την εμπιστοσύνη», διοχετεύοντας «ρευστό» και ελπίζοντας στο μέλλον. Ποιο μέλλον; Από κάπου προέκυψε σίγουρα το παρόν και όσο δεν αίρονται οι αιτίες δημιουργίας, ακόμα και να επιστρέψει το σύστημα στην πρότερη «αναπτυξιακή» κατάσταση, η κρίση θα ξαναεμφανιστεί με μαθηματική ακρίβεια. Μήπως καλό θα ήταν να ασχοληθούμε λοιπόν με την διόρθωση των προβλημάτων, αντί να προσπαθούμε απλά να επαναφέρουμε την, επίπλαστη απ’ ότι αποδείχθηκε, εμπιστοσύνη στην «αγορά»;
Ένας ολόκληρος θίασος ηθοποιών δίνει καθημερινά παράσταση την πολιτική σκηνή του τόπου, αλλά και την παγκόσμια. Και οι πολίτες παρακολουθούν ανελλιπώς τις παραστάσεις και ασκούν κριτική στους ηθοποιούς. Κάποτε όμως το θέατρο του παραλόγου πρέπει να σταματήσει και να ασχοληθούμε λίγο και με την πραγματικότητα…

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2009

Ευχάριστο διάλειμμα

Αφού λοιπόν το τρίτο κεφάλαιο της νταρδιριάδας οδεύει προς το πέρας του (φανταστικέ μου εκδότα) και αφού οι πρώτες διαφάνειες, ζεστές-ζεστές, περιμένουν στον τούρκο, είπαμε να πάρουμε τα βουνά (και τα ποτά) να ηρεμήσουμε λίγο, απομακρύνοντας εαυτούς απ’ τα τσιμέντα. Στο ενδιάμεσο φυσικά της εκδρομής, έχοντας τον τούρκο παραμάσχαλα, προσετέθησαν άλλες δύο διαφάνειες και όλα είναι ήδη έτοιμα για την ηλεκτρονική παρουσίαση.
Καιρός λοιπόν να αφιερωθεί ο υπόλοιπος χρόνος στην αναζωογόνηση του πνεύματος και του σώματος (και του ματιού), κάτι που λείπει υπερβολικά από την καθημερινότητα της τσιμεντούπολης. Έτσι, αφού ενημερωθήκαμε από τρίτους για την έλευση της άνοιξης, είπαμε να προσπαθήσουμε, έστω και εκ των υστέρων, να συνειδητοποιήσουμε κι όλας τις αλλαγές και την έναρξη της περιόδου αναγέννησης της φύσης (γιατί άμα περιμένω καμιά άλλη αναγέννηση...).
Πεζοπορία λοιπόν, λουλουδάκια, μελισούλες (βαλτή είναι βρε παιδί μου αυτή η μέλισσα;), γεφυρούλες και γάργαρα νερά.


Το βράδυ τα καρντού είχαν την τιμητική τους.

Το κουίζ της εβδομάδας για το σκουλήκι την ξωματιάρα και την εκδότη μου:
Ποιό ύπουλο τέχνασμα χρησιμοποίησε ο μάγος
και γιατί αυτό θα έφερνε σε δύσκολη θέση τη συντροφιά μου;
(Ψιιιιττττ μην κλέβετε, σας βλέπω!) :)

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2009

Τριήμερο…

Τελικά όντως οι απόκριες τελείωσαν. Μάλλον σε κάποια άλλη πραγματικότητα και διάσταση. Σίγουρα πάντως η βόλτα στο αττικό πάρκο αν και δεν ήταν αποκριάτικη, ήταν πολύ ευχάριστη. Ειδικά οι «πτήσεις αρπακτικών». Πρέπει να ομολογήσουμε πως το γεράκι τον είχε εκπαιδεύσει καλά τον εκπαιδευτή του. Το πώς σκαρφάλωνε και πηδούσε πάνω στα κλουβιά για να πιάσει το καπριτσιόζικο πουλί ήταν άλλο πράγμα! Η μέρα έκλεισε με ψητά, (πολλά ψητά... σλουρπ!) και φυσικά τζατζίκι (πολύυυυ τζατζίκιιιι... ΣΛΟΥΡΠ!).
Κάναμε τουλάχιστον ετεροχρονισμένη Τσικνοπέμπτη...

Το υπόλοιπο τριήμερο εξαντλήθηκε στη συγγραφή. Και ενώ είχαν ήδη δημιουργηθεί έξι νέες σελίδες, κάτι δεν πήγαινε καλά στο σενάριο. Ε και τελικά έγινε το πρόβλημα αντιληπτό και διορθώθηκε. Με προσθήκη άλλων τεσσάρων σελίδων! Ειδική προσφορά για τον Νικόλα!!! >:)
Στο φιντανοτροφείο μετακομίσαμε πλέον. Καιρός ήταν. Χρειάστηκαν τρείς επιδρομές για να πεισθεί η διοίκηση να «παροπλίσει» το «κτήριο αχούρι». Για πόσο δεν ξέρω όμως… Για κάποιον ασαφή λόγο είμαι σίγουρος πως σε κανα-δυό χρόνια όλο και κάποιος «θα έχει ξεχάσει» και θα έχει τη φαεινή ιδέα να εκμεταλλευτεί εκ νέου τους χώρους αυτούς, αντί να τους επιδιορθώσει / βελτιώσει / καταργήσει εντελώς (το καλύτερο).
Το θετικό είναι πως πλέον υπάρχει μόνιμος προβολέας.
Το αρνητικό είναι πως πρέπει να δημιουργηθούν οι παρουσιάσεις…
Τα φυντάνια πάντως άρχισαν να παρελαύνουν.
Μα ήρθαν και έφυγαν οι απόκριες;;;
:(