Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2008

Γιατί-αφού;

Ρεζερβουάρ γεμάτο (χμμμφφφτττ άρχισα να αισθάνομαι έντονα τις αυξήσεις), λάστιχα μια χαρούλα, νερό, λάδια και λοιπά στη σωστή στάθμη και έτοιμοι για αναχώρηση. Το αυτοκίνητο δηλαδή, γιατί εγώ ακόμα δεν έχω «ετοιμάσει» τίποτε (ως γνωστών θα πετάξω 2 πουκάμισα και 2 μπλούζες στο πορτμπαγκαζ...) και παραμένω στο γραφείο κοιτώντας το μόνιτορ με μια τεράστια διάθεση βαρεμάρας. Είναι κι αυτή η κούραση, μπάστακας κατάντησε. Είπαμε, αρμένικη βίζιτα, αλλά όλα έχουν και τα όριά τους, πλέον αισθάνομαι λες και η Αρμενία μετανάστευσε ολόκληρη στο κορμί μου (νυστάααζω λέεεμεεεε). Το βασικότερο ερώτημα βέβαια είναι το «γιατί;» (%^*&$#^@%), μιας και δε βρίσκω το λόγο που νυστάζω…
Τουλάχιστον η ζέστη «κόπασε» λιγάκι (θα κουράστηκε να με κουράζει) και μπορούμε να κοιμηθούμε λίγο άνετα το βράδυ (τα καλά του βουνού). Να κοιμηθούμε ε; Χμφφφτττ.
Ώρα ν’ ασχοληθούμε και λίγο με τον αναδεχτό γιατί τον παραπαραμελήσαμε φέτος. (ήμουν απασχολημένος να πέφτω απ’ το κλαρί...)
Οκτώ οι νοματαίοι αυτή τη φορά (ολόκληρο όροφο ξενοδοχείου κλείσαμε), οδεύουμε προς θαλασσινές ατασθαλίες και ποτά δίπλα στο κύμα, απέναντι από το άγαλμα του Ανεμογιάννη.
Α και… νυστάαααααααζωωωωωωω λέμεεεεε…
(και βαριέμαι)
Νευράκια τσαταλάκια….