Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2008

Η μοναξιά της όασης

Τελικά οι συζητήσεις της σημερινής πραγματικότητας με παραξενεύουν πολύ. Πανζουρλισμός για την απεργία των τελωνιακών. Να και κάτι που ποτέ δεν είχα φανταστεί. Αγωνία για την αγορά, αδειάζει, πότε θα γεμίσει, πλήττεται ο κόσμος λέει (πάλι καλά που δεν πάθαμε και τίποτε δηλαδής είπε ο συνοδηγός της διαλυμένης μαζεράτι, μαζεύοντας τα άντερά του και κρατώντας τα στα χέρια του).
Παραξενεύομαι να βλέπω αυτόν τον «πανζουρλισμό» γύρω μου ενώ, κοιτώντας τον εαυτό μου, εμένα ούτε που με άγγιξε. Δηλαδή μα τον δία, άμα δεν μου περνούσε απ’ το μυαλό πως το Σάββατο το βράδυ δεν θα μπορούσα να πάω σε δείπνο στο οποίο ήμουν προσκεκλημένος, με το αυτοκίνητό μου, και συνεπώς μάλλον δεν θα πήγαινα (οι τεράστιες αποστάσεις του τσιμέντου), ούτε που θα είχα καταλάβει πως κάνει κάποιος απεργία. Μέχρι την Κυριακή θα είχα ούτως ή άλλως στερέψει βενζίνης και θα κινούμουν μόνο σε ακτίνα περιπάτου και κάτι τρέχει στα γύφτικα. Το πολύ-πολύ θα έκοβα και το γραφείο μέχρι να ξαναγεμίσουν τα βενζινάδικα (θα προχωρούσε και περισσότερο η νταρδιριάδα – το να χρησιμοποιήσω ΜΜΜ μετατρέποντας μια διαδρομή δεκαπέντε λεπτών σε δίωρη εκδρομή, τετράωρο πήγαινέλα, δεν το θεωρώ οπτιόν για μένα).
Φαγητό βρήκα μπόλικο (βέβαια θα μου πεις εγώ δεν τρέφομαι καθημερινώς με φουά γκρά γαλλίας, φιλετάκι σολομού βορείου θάλασσας, πάπια του πεκίνου και αντιλόπη χιλής, οπότε δεν είμαι αντιπροσωπευτικό δείγμα του ελληνικού πληθυσμού) και ούτως ή άλλως δεν αισθάνθηκα καμία ανάγκη αγοράς κάποιου αντικειμένου – που πιθανότατα θα το έβρισκα δηλαδή, ένα δωράκι για το σαββατόβραδο βρήκα άνετα μέσα σε πέντε λεπτά (σιγά και μη χάσω το χρόνο μου στα μαγαζιά), αλλά και να μην το έβρισκα, υπήρχε και η άλλη και η παράλλη βδομάδα. Όλος αυτός ο σαματάς για το ότι στέρεψε η αγορά, δεν ξέρω πώς και γιατί δημιουργείται.
Με τρελαίνουν αυτές οι φοβερές ουρές στα βενζινάδικα (ρε παιδιά, μετά περάστε και από κανά σουπερμάρκετ και πάρτε και κωλόχαρτο, είναι πολύ πιο χρήσιμο από την βενζίνη και άμα η αγορά παρουσιάσει ελλείψεις όπως διατεινόμαστε, δεν είμαστε για να μένουμε και με το σκατό στον κώλο). Κάτσε και λίγο σπίτι ρε παιδάκι μου, χαλάρωσε και λίγο, κάτσε με το παιδί σου και μίλα του λιγάκι, συζήτα μαζί του μπας και γίνει άνθρωπος αντί των φυντανίων που αντιμετωπίζω κάθε μέρα (εδώ παίρνει λίγο νερό βέβαια το θεματάκι γιατί αν είναι να το κάνεις σαν τα μούτρα σου μη συζητάς καλύτερα… χμφφφτ). Ήμαρτον πια με αυτή την τρέλα: Δούλευε όλη μέρα χαμάλη, μετά τρέχα στην αγορά (γιατί; γιατί πρέπει να ασχοληθώ με την αγορά και όχι με την ζωή μου;) για να καταναλώσεις και να συνεισφέρεις κι εσύ στο δείκτη ανάπτυξης (μα ήμαρτον, δηλαδή πλέον αν αγοράζεις, δουλεύεις δε δουλεύεις, συνεισφέρεις στον δείκτη ανάπτυξης – φοβερό κόνσεπτ – τινάζει μέχρι και τράπεζες στον αέρα) και γύρνα το βράδυ σπίτι σου να καληνυχτίσεις το παιδί σου αφού του πάρεις το ντουβουντού με το οποίο ζαβλακώθηκε τις τελευταίες ώρες που σε περίμενε, μετά από ένα μεγάλο αριθμό ρομποτικών και κανονικοποιημένων «δραστηριοτήτων» που ναι μεν ωραίες είναι, αλλά ουδεμία σχέση έχουν με παιδικό αυθορμητισμό και ισορροπημένη ανάπτυξη. Άλλο πάλι που δεν μπορώ να χωνέψω είναι γιατί πρέπει σώνει και καλά να ξοδεύω το χρόνο μου ψάχνοντας για την καλύτερη τιμή. Ένα αγαθό μπορεί να κοστίζει όσο ακριβώς κόστισε να δημιουργηθεί. Γιατί πρέπει να ψάχνω να βρω ποιος δε με κλέβει; Σοβαρότερα πράγματα δεν έχω να κάνω; Δουλειά να παράξω κάτι δεν έχω; Σπίτι δεν έχω; Φίλους να επικοινωνήσω; Γιατί πρέπει να χαλάω το χρόνο μου στην «αγορά»;
Ξύλο που θέλουμε όλοι μας – με πολύ μα πολύ βρεγμένη σανίδα…
Αυτή την αγοραλατρεία πραγματικά δεν τη χωράει το μυαλό μου. Πιθανότατα ζω στον κόσμο μου, δεν εξηγείται διαφορετικά (αλλιώς κάποιος μας κάνει πολύ μεγάλη πλάκα και εμείς καθόμαστε και τον ακούμε αποχαυνωμένοι). Άλλωστε που να βρεις αγορά μέσα στην έρημο; Εδώ και όαση να πετύχεις, πιθανότατα ολομόναχος θα βρίσκεσαι εκεί…