Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2009

Φταί’ η ζέστη;

Το Σαββατοκύριακο της ζέστης. Υπερβολικής ζέστης. Για τα «προσωπικά γούστα» ίσως. Σημασία έχει πως η ζέστη μάλλον εξαντλεί περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο. Και παρόλ’ αυτά το Σαββατοκύριακο αυτό πέρασε τριγυρνόντας απ’ το πρωί μέχρι τα μεσάνυχτα, μακριά απ’ τα «ευεργετικά παγοκούτια». Πώς γίνεται άραγε αυτό;
Αναζήτηση ελαστικού για τις μπάρες της ιστιοσανίδας, ένας αναπάντεχος καφές στο ενδιάμεσο, επαναπατρισμός της ξενιτεμένη – μόνιμος – ελπίζει τουλάχιστον – μια βάφτιση – διπλή – αναμενόμενα τα ονόματα των μικρότερων εκ των μπουμπουκιών της φαμίλιας, μεγαλώνει και πληθαίνει, αλλά απομακρύνονται τα μέλη της απ’ ότι φαίνεται, απροσδιόριστο το γιατί, επίσημο δείπνο, νυχτερινά μοχίτος, πρωινή δουλειά με τη θεία, τραπέζι, καφές, θερινό σινεμά, γλυκανάλατο τελικά – οι προσδοκίες ήταν μεγαλύτερες – και κλείσιμο με ρούμι. Τελεία (ανάσα). Και όλα αυτά μεσ’ τη ζέστη. Τα πουκάμισα βρεγμένα απ’ τον ιδρώτα. Μα δεν είναι παράξενο; Παρά την αρχική διάθεση αποφυγής κάθε μετακίνησης, εν τέλει το Σαββατοκύριακο εξανεμίστηκε με αέναη κίνηση.
Κι όμως η αίσθηση του μεγάλου κενού δεν προέρχεται από την αίσθηση πως η Παρασκευή τελείωσε πριν «πέντε μόλις λεπτά» (Του Νοέμβρη, να μην ξεχνιόμαστε, μιας και ο χρόνος τώρα τελευταία κάνει πολύ περίεργα παιγνίδια…). Μάλλον προέρχεται απ’ την αίσθηση πως τίποτε δεν είναι όπως θα ήταν επιθυμητό. Όπως θα ήταν ευχάριστο. Γινόταν πιο ευχάριστο; Πώς ορίζεται αλήθεια η αίσθηση της «κενής ευχαρίστησης»; Άρνηση, αδυναμία ή επιλογή; Απόσταση των δύο μέτρων το πολύ φαντάζει να χάνεται στα όρια του ορίζοντα.
Φταίει η ζέστη. Γιατί κάποιος εν τέλει πρέπει να φταίει. Η ζέστη που συνεχίζεται και σήμερα και μαζί με το «όλον» κάνει την παραμονή στο γραφείο «αποπνικτική». Ή μήπως είναι απλά η εσωτερική κατάσταση «αποπνικτική»;
Το σίγουρο είναι πως όσα έπρεπε να βρίσκονται ήδη στο ‘ηλεκτρονικό ταχυδρομικό κουτί’, ακόμα απουσιάζουν. Εν τέλει όμως, αυτός που ενδιαφέρεται περισσότερο δεν είναι πάντα αυτός που «τραβάει το ζόρι»; Σε όλους τους τομείς…
Κάτι τέτοιες ώρες η αδιαφορία φαντάζει προτέρημα…
Μήπως όμως και αυτό, σε «κενό» δεν καταλήγει; Απλά δεν γίνεται «εντόνως αντιληπτό», ακριβώς λόγω της «προτερηματικής» αδιαφορίας.
Και ο Αύγουστος πλησιάζει γοργά κι αδιάφορα…