Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2009

Αλλοπρόσαλλο…

Μέρες έψαχνες τη λέξη, μέχρι που ήρθε και σφηνώθηκε στο μυαλό την ώρα που χάζευες το ταβάνι. Ο ήλιος έξω είχε σηκωθεί από ώρα, αλλά τα παντζούρια παρέμεναν κλειστά, και με μάτια σφραγισμένα, το «αλλοπρόσαλλο» περιδιάβαινε το νου. Μέρα-νύχτα, φως-σκοτάδι, καμία δυνατότητα συσχετισμού της μίας κατάστασης με την επόμενη, της μιας ενέργειας με την άλλη. Απλά αλλοπρόσαλλα. Και ο ήλιος συνέχισε ν’ ανεβαίνει αδιάφορα στο στερέωμα, και οι μύες αρνούταν να κουνηθούν, βυθισμένοι σε λήθαργο απραξίας, αλλά από ερμηνείες, καμία.
Καταθλιπτικά, αυτή τη λέξη πάλι δεν την έψαχνες. Την έχεις αποδώσει εδώ και πολύ καιρό εκεί ακριβώς που ανήκει. Ήρθε τότε στο μυαλό, άμεσα, αυθόρμητα και εντελώς ταυτόχρονα με τη διαπίστωση. Τριβέλισε κι αυτή τη σκέψη καθώς ο ήλιος συνέχιζε την ανηφορική του πορεία, προσπαθώντας μάταια να διαπεράσει πατζούρια και βλέφαρα.
Άλλες λεξούλες της ημέρας;
Απογοήτευση, σπατάλη, ανούσια, βαρετή, θλιβερή, μίζερη… (μπλιάξ)
Ο ήλιος συνεχίζει να ανηφορίζει και ξαφνικά θυμάσαι πως πρέπει να αγοράσεις ένα δώρο. Όχι από υποχρέωση, αλλά να, γιατί θες να δωρίσεις κάτι. Μπας και το παζλ των εννοιών προσελκύσει πλάι του και την «ευχαρίστηση», όχι ότι έτσι περιμένεις να ξορκίσεις τα δικά σου δαιμόνια, αυτά τριγυρνούν μόνιμα πάνω απ’ το κεφάλι σου και δεν δείχνουν καμία διάθεση να σε εγκαταλείψουν, ό,τι κι αν κάνεις.
Ώρα να αντιμετωπίσεις το φως…