Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2009

Φως στο τούνελ

Τα «θυμωμένα» σύννεφα περιδιάβαιναν τον ουρανό από πρωί της χτεσινής. Τόσο θυμωμένα, που η απορία «πότε θα ρίξει καρέκλες» περιδιάβαινε με τη σειρά της, και δικαίως, το μυαλό, όσο περιδιάβαινες τη γειτονιά για δυο τρεις αναγκαίες δουλίτσες. Η γενέθλια πρόσκληση ήρθε από νωρίς. «Εσύ με θυμάσαι πάντα, όπως πολύ λίγοι». Και πως μπορούσες να μην τη θυμάσαι, κι ας απομακρύνει η πόλη. Την ξέρεις από μικρό παιδί, πριν είκοσι συναπτά την μάθαινες κολύμπι το καλοκαίρι. Είκοσι; ;;;???;;; Από τότε;;; Ας μην αρχίσουν πάλι βροχή οι κατάρες προς τον Αϊνστάιν και τις μαύρες τρύπες…
Πώς μπορούσες λοιπόν ν’ αρνηθείς; Άσχετο αν ήθελες ή δεν ήθελες, ή αν δεν μπορούσες ν’ αποφασίσεις ποιο από τα δύο ίσχυε. Σημασία είχε πως δεν μπορούσες να μην πας. Και τα μαύρα σύννεφα συνέχιζαν να κυκλοφορούν ψηλά πάνω, συνοδεύοντας τις απαραίτητες εργασίες, χωρίς να ρίχνουν σταγόνα νερού.
Τώρα πως γίνεται μια ήρεμη χαλαρή σπιτική συνεστίαση «λίγων καλών κι εκλεκτών φίλων», να καταλήξει στα μπουζούκια, είναι ένα θέμα. Η αλήθεια είναι πως το χεράκι σου το έβαλες, έσπρωξες κάτι τοις παραπάνω. Άσχετο αν το ήθελες, ή δεν το ήθελες, ή δεν μπορούσες ν’ αποφασίσεις, πρακτικά δεν το πίστευες κι όλας πως θα γίνει. Αλλά ζήλεψε λίγο βλέπεις η «ψυχή του παντρεμένου» και πήρε «άδεια μετά δημοσίων θεαμάτων» κι άφησε γυναίκα και τέκνα για να θυμηθεί εκείνα τα καλοκαίρια προ… χμμ μαύρες τρύπες είπαμε; Ο έτερος καπαδόκης θα σας ακολουθούσε στα πάντα ούτως ή άλλως, η υπόλοιπη παρέα φαινόταν να μην ήθελε, αλλά λίγο παραπάνω «σπρώξιμο» ποτέ δεν έβλαψε κανέναν…
Έτσι καταλήξατε «στην υπόγα» ν’ ακούτε το μπαγλαμά και το τουμπερλέκι να συνοδεύουν τους στοίχοι. Τώρα αλήθεια χρειαζόταν όλα αυτά για να δεις ότι κάτι πάει πάρα μα πάρα μα πάρα πολύ στραβά; Μάλλον χρειαζόταν για να το συνειδητοποιήσεις ακόμα περισσότερο. Κάτι πάει όντως πολύ, πολύ, πολύ στραβά, και σίγουρα δεν μπορείς να βρεις κανέναν τρόπο να το διορθώσεις, να του ξεφύγεις. Κανένας δεν περνάει απ΄ το μυαλό, όσο και αν το σπας το ρημάδι.
Κι αφού δεν κατέβηκαν τελικά οι αγγέλοι, χορέψατε εσείς το τσιφτετέλι, ίνα πληρωθεί το άσμα, και, ταραγμένος από την συνειδητότητα της στιγμής επέστρεψες σπίτι λίγο πριν ανοίξουν τελικά οι ουρανοί και πέσουν οι πολυαναμενόμενες «καρέκλες», σε μια προσπάθεια να ξεπλύνουν ίσως τα στραβά κι ανάποδα. Μόνο που απ’ ότι φαίνεται, τα δαιμόνια πρόκαμαν να περάσουν κι αυτά την πόρτα και η βροχή εις μάτην μαστίγωνε την πόλη. Αυτά, προστατευμένα στους τέσσερεις τοίχους περιδιάβαιναν, παρέα με εκείνο το μπουκάλι ουίσκι, γύρω σου, μέσα σου.
Φώς στο τούνελ, ούτε καν αμυδρό, κι ας έσκασε μύτη ο ήλιος στην άκρη εκείνου του σύννεφου…