Κυριακή, 31 Αυγούστου 2008

Εβραχήκαμεν

Μέσα σε κυριολεκτικά δύο λεπτά και ενώ ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος, ο πελαγίσιος αέρας κόπασε και ο πιεσμένος στεριανός καιρός έφερε τα σύννεφα των βουνών. Και ήρθε το μπουρινάκι. Τώρα βέβαια τσάμπα η τρεχάλα να μαζεύουμε πανιά κι ομπρέλες από την παραλία, αφού, κάτι παραπάνω από ψιχάλα, κάτι λιγότερο από δεκάλεπτη βροχή, μόλις που βράχηκε ο τόπος για να σηκωθεί ευθείς αμέσως ένα απογευματινό ουράνιο τόξο. Βραδινή βόλτα σε μια δροσερή παραλία. Επιτέλους «έσπασε» η πολλή κίνηση και μπορείς πραγματικά να ευχαριστηθείς τη βόλτα και το νησάκι.
Το φετινό καλοκαίρι ήταν το πιο άνυδρο και ζεστό που θυμάμαι (και θυμάμαι πολλά), συνήθως μια δυο φορές το μήνα ερχόταν και από ένα μπουρίνι. Φέτος όμως έκανε τρείς (και περισσότερο) μήνες να βρέξει στην περιοχή και οι ψηλές ζέστες που συνήθως διαρκούσαν το πολύ τρείς μέρες δίνοντας τη θέση τους σε απαλές δροσερές αύρες, αυτή τη χρονιά ήταν παρατεταμένες. Ευτυχώς που με ποτάμια και λίμνες εδώ γύρω, δεν έχουμε (ακόμα) πρόβλημα νερών. Αλλάζει ο καιρός :( (ώρες-ώρες θα έπνιγα ευχαρίστως με τα ίδια μου τα χέρια ορισμένα τσογλανάκια)
Καλοκαιρινό μπουρινάκι θα το πούμε, έτσι; Αύγουστος είναι, ούτε καν Σεπτέμβρης, δεν ήρθαν ακόμα τα πρωτοβρόχια! :)
[Τσουπ τσουπ τσουπ, πίσω στο δάσος]

Σάββατο, 30 Αυγούστου 2008

Παρελθοντικό παράθυρο

Ξεκίνησε λοιπόν σαν άλλος ένας χαρακτήρας για κάποιες περιπέτειες του Shadus. Γενικά είχα την διάθεση να δημιουργώ περίεργους χαρακτήρες «oddities are expected to… be odd» για να παρατηρώ την ικανότητα προσαρμογής του «σεναριογράφου». Τον ρόλο του «άρχοντα του παιγνιδιού» τον κρατούσα συνήθως εγώ, μιας και είχα μυήσει την παρέα εκείνη στο θέμα και τους άρεσαν τα σενάριά μου. Όταν αυξήθηκε ο φόρτος εργασίας μου όμως δεν είχα πλέον τη δυνατότητα να απασχολούμαι κανά εξάωρο τη φορά στη δημιουργία του επόμενου επεισοδίου (αν βάλεις και άλλο ένα δωδεκάωρο την εκτέλεση – μπάστα δεν έμενε χρόνος να γκομενίσω :p) και παραιτήθηκα του ρόλου. Μια στο τόσο ακλουθούσα λοιπόν στις περιπέτειες των άλλων, ψάχνοντας να δω την προσαρμοστικότητα και την αληθοφάνεια των αντιδράσεων των φανταστικών κόσμων του Shadus. Ένα από τα τελευταία γεννήματά μου – το τελευταίο μάλλον – ήμουν… εγώ :)
Έτσι το πρώτο επεισόδιο στην ουσία δημιουργήθηκε κάπου το ‘97 αν δεν κάνω λάθος. Μπορεί και το ’96. Αποτελούσε την «προιστορία» του χαρακτήρα με τον οποίο προσπάθησα να ταλανίσω τον καημένο τον σεναριογράφο (άνιση μάχη, υπερείχα κατά πολύ σε εμπειρία), αλλά στην πορεία αποφάσισα να μην γίνω «όσο κακός με έπαιρνε», γιατί, δεδομένης της κατάστασης, τα πήγαινε πολύ καλά. Τί θυμήθηκα τώρα ε; Δώδεκα χρόνια πίσω είν’ αυτά δεν είναι παίξε γέλασε. Η ιδέα να καταγράψω κάποιες δικές μου σκέψεις για τον κόσμο και να τις κάνω περιπέτεια υπήρχε πάντα, απλά δεν ευδοκίμησε μιας και δεν είχα το χρόνο να την δημιουργήσω. Έτσι μετατράπηκε σε ιδέα για «μυθιστόρημα», χωρίς δεδομένη την διάθεση να το γράψω ή να το ολοκληρώσω. Ο χαρακτήρας ποτέ δεν ταλάνισε τον νέο «άρχοντα» για πάνω από δύο περιπέτειες και μπήκε στο συρτάρι, αλλά το νικ – εγώ – είχε γεννηθεί. Ο καμηλιέρης με το παράξενο όνομα είπαν χρόνια μετά. «Oddities are intriguing». Και η προϊστορία του χαρακτήρα, η αύρα του, για κάποιο λόγο «μου μιλούσε» βαθειά στην ψυχή. Στην πορεία, έχοντας ένα εντελώς θολό τοπίο στο νου, απλά ακολούθησα μερικά δειλά βήματα, αναφερόμενα σε όσα θα «ήθελα να κάνω» χωρίς να λαμβάνω υπ’ όψη την αλληλεπίδραση με τον κόσμο. Η άφιξη στο δάσος ήταν ο πόθος. Η γενεσιουργός αιτία που παρότι επιλογή της καρδιάς σε σπρώχνει σε έναν κυκεώνα αλληλουχίας γεγονότων γεννημένων μέσα από τις πράξεις των υπόλοιπων. Και τελικά σε παρασέρνει. Το δάσος περιείχε τις ιδέες του παρελθόντος και ξαφνικά, έχοντας στο μυαλό την παρότρυνση του Shadow που «έμεινε να περιμένει το επόμενο επεισόδιο με το πουλί στο χέρι», ένας καταιγισμός από ιδέες με πλημύρισε. Να εκεί δα στο δροσερό μπαλκόνι του θερινού σπιτιού, πάνω από τον απογευματινό καφέ. Ή ήταν την ώρα που έκανα σέρφινγκ; Ή μήπως το βράδυ που έκανα βόλτα; Τώρα πλέον υπάρχει μια αλληλουχία και δυνάμεις με στόχους – και χαρακτήρες, μπόλικοι, δημιούργησα και έπαιξα πολλούς απ’ αυτούς, ακόμα περισσότερους ως άρχων του μπουντρουμιού – οι οποίες φυσικά δεν έχουν ακόμα συγκρουσθεί, δημιουργούν τη δυναμική τους και ετοιμάζονται να πάρουν σάρκα και οστά, χωρίς να έχουν προδιαγεγραμμένο μέλλον. Γιατί το παρόν δημιουργείται αυθόρμητα την ώρα που τα δάκτυλα αγγίζουν τα πλήκτρα, το μέλλον εξαρτάται άμεσα από αυτό.
Όπως και όταν ξεκίνησα, δεν ξέρω ούτε αν θα βρω το χρόνο, ή το κουράγιο να ολοκληρώσω το πόνημα. Ακόμα περισσότερο δεν γνωρίζω αν το τέλος θα αποτελέσει «an interesting and wondrous fairytail, any bard would be proud to sing». Το μόνο σίγουρο είναι πως όσο το πάθος με διακατέχει και ο χρόνος δεν στέκεται αντίπαλός, θα προσπαθώ να δίνω στο shadow κάτι να διαβάζει για να μην πιάνεται από την αναμονή. Και όλα αυτά, μέσα από αναμνήσεις για όσα συνέβησαν και γέμισαν με ενδιαφέρον, παρεΐστικη διάθεση – δημιουργώντας φιλίες – και ομορφιά όσα έζησα πριν από καμιά δεκαπενταετία. Γιατί μέσα από αυτά, γύρισα εκεί. Στη γιάφκα της Ζαμπελίου, με τον σκεπτόμενο Shadus, τον αυθόρμητο Altair, την προστατευτική Vulpeculae και τον γκαφατζή (my middle name is Bane) Faith, να προσπαθούν να μαντέψουν τι προετοιμάζω για μετά και να απολαμβάνουν την ιστορία που τους προόριζα να ζήσουν, αλλά δυστυχώς ποτέ δεν ολοκλήρωσα. Κάπου εκεί στο πλάι ο καρντάσης, ο ζωγράφος παπαTempus, ο Luxus, και ο βάρδος μας να τραγουδούν καθισμένοι στο τραπέζι της σκοτεινής ταβέρνας: «Σου ‘παν θα παίξεις RPG, θα μπεις στην πρώτη τη γραμμή, θα μπεις στην πρώτη τη γραμμή, καί βάρβαρος θα γίνεις….»

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2008

Μελανιές;

Πού, πότε ποιες; Αν δε με ρίξεις κάτω στο κρεβάτι εμένα {με όποιον τρόπο διαθέτει καθείς(-ία) >;) δεν είναι θέμα} δεν «στρώνω κώλο κάτω». Οι μελανιές κράτησαν μια μέρα, ο πόνος μιάμιση, ε έκανα και μιάμιση μέρα ανάπαυλα (αφού την είχα την ανακωχή, να την εκμεταλλευτώ) για να τελειώσω και το διάβασμα των «Πεπλεγμένων Ιστών» (παραλία ολημερίς και μπάνιο στάνταρ, μην ξεχνιόμαστε - μόνο με τον Αίολο είχα ανακωχή), μέχρι εκεί όμως. Ο Αίολος χτες είχε κεφάκια και με τάραξε και στα καπρίτσια, αλλά ήθελε δεν ήθελε, δαμάστηκε από το πανί και με μετέφερε μεσοπέλαγα. Έφτασα (υπό γωνία και με ρότα στα ξωχικά του Ποσειδώνα) να ξεπεράσω μέχρι και τον Αι Νικόλα…
Μου την φύλαγε βέβαια ο μπαγάσας στην επιστροφή και μόλις έφτασα στο έμπα, άλλαξε φορά και με πέθανε. Τέσσερα τρίγωνα να βγω και ένα παιδικό για φινάλε να ’χω να θυμάμαι (Πυθαγόρας κατάντησα). Πείσμα στο πείσμα, εγώ πάντως βγήκα – άστον να φουρκίζεται.
Στο αυτοκίνητο ακούσματα απ’ τα φοιτητικά μου χρόνια, ευγενική χορηγία της ξωγηνοαγαπησιάρας.
Το διάβασμα πάντως απέδωσε καρπούς και επέστρεψε ο συγγραφικός οίστρος {ξάπλωσα μπας και περάσει αλλά το λαπτόπι ήταν πολύ ελκυστικό - σας λυπάμαι >:)}. Σκέφτομαι κάτι «μεγάλο» αυτή τη φορά.
Βραδάκι με μαργαρίτες απ’ αλλού και ένα φάμπια να φταρνίζεται (ας πρόσεχε να έκανε παράκαμψη)

Να μην ανησυχεί και το φιλοδιαβάζον κοινο...
...και η
Ωρέλια… :)

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2008

Έχουμε και λέμε

Ένα μελανιασμένο πόδι, δύο όμορφες στρογγυλές μελανιές, σουβλιές «θανατηφόρες» στη μέση και το άλλο πόδι να σπαρταράει από την ηχώ του πόνου της μέσης, μέχρι το γόνατο. Αυτά είναι μέχρι στιγμής τα αποτελέσματα της μάχης με τον Αίολο. Τις τέσσερεις τελευταίες μέρες στάθηκε άξιος αντίπαλος αλλά έπαιξε λίγο ύπουλα, μιας και ο φίλος του ο Ποσειδώνας μέχρι και προχτές χτυπούσε λυσσασμένα την τρίαινά του στη θάλασσα. Έτσι με κούραζε γρήγορα και παραιτούμουν. Χθες όμως αποφάσισε να μη συμμετάσχει στην πάλη, οπότε και έμεινα κανά δίωρο μεσοπέλαγα, κρεμασμένος με το γάντζο μου απ’ τη μάτσα, να δαμάζω τα πνοές του Αιόλου. Ήταν λίγο το «πλήγωμα» της μέσης όταν σήκωσα «λάθος» τη σανίδα, λίγο και η κούραση των προηγούμενων ημερών, λίγο ένα απότομο τράνταγμα που με έστειλε σούμπιτο να κάνω βουτιά «κεφάλι», αποφεύγοντας οριακά το μαστό (ο οποίος βέβαια βρήκε πόδι – όχι θα τα’ άφηνε), ευτυχώς που η χημεία του σώματος έχει προβλέψει όταν η αδρεναλίνη είναι υψηλή να μην αισθάνεσαι πόνους. Αλλά όταν γύρισα σπίτι οι μύες λύθηκαν…
Μέρα ξεκούρασης λοιπόν η σημερινή (και να ‘θελα δε μπορούσα αλλιώς). Περπατάω λίγο σαν «ρομπότ» με εντελώς χοντροκομένες κινήσεις (με φαντάζεσαι πάνω στη σανίδα να σηκώνω πανί με αργές, κοφτές κινήσεις – χάρμα ονειροφαντασίας). Πάντως το μόνο σίγουρο είναι πως οι τελευταίες δύο εβδομάδες ήταν εξουθενωτικές (και πολύ αποτελεσματικές). Όχι ότι το βάζουμε κάτω δηλαδής αλλά να και σήμερα ο Αίολος τά ‘χε τα κεφάκια του και ψιλοστενοχωρήθηκα που συνάψαμε αυτή την προσωρινή ανακωχή :(
Ώρα για βόλτα στην παραλία και χωνάκι παγωτό «χωρίς κουταλάκι παρακαλώ». Διότι νευριάζω που νευριάζω με τους τόνους κυπελάκια που πετιούνται κάθε μέρα αντί να πάρουν τις μπάλες τους σε χωνάκι να φχαριστηθούν και το μπισκότο βεβαίως-βεβαίως, τώρα βάζουν και κουταλάκι στο χωνάκι! Και πρέπει να θυμάμαι να ζητήσω να μη μου βάλουν. Πολύ θα ‘θελα να βρεθώ πρόσωπο με πρόσωπο με αυτόν που λανσάρισε την ιδέα του κυπέλου αντί χωνακίου στο παγωτό, να του τα πω ένα χεράκι…
Είπες κάτι Σωτήρη; :p

Τρίτη, 19 Αυγούστου 2008

Οι γρύλοι

Τις μέρες αυτές μαζεύτηκε μέρος της «παλιοπαρέας». Συναντήσεις χωρίς πρόγραμμα ή τηλέφωνα. Απλά περπατάς στην παραλία και «πέφτεις πάνω» σε γνωστές φάτσες. Κάθεσαι και πίνεις το ποτό σου (και το δεύτερο και το τρίτο) και κουβεντιάζεις περί ανέμων και υδάτων με ανθρώπους που έκανες παρέα από παιδί. Μαζεύεστε τελικά, χωρίς ραντεβού, σαν από μια συμπαντική συνομωσία, όλοι μαζί (αλλά και άλλοι γνωστοί που θα κάτσουν για κανά μισάωρο να κουβεντιάσουν μαζί σας και να πιούν ένα καφέ) σε κάποιο απ’ τα συνήθη στέκια – τα πιο ήσυχα και δροσερά. Το πιο περίεργο όμως είναι πως αυτός ο αυθορμητισμός και η ζεστή και ευχάριστη παρέα χάνεται το χειμώνα. Μια φίλη δραστηριοποιείται κυριολεκτικά πλάι σου στην τσιμεντούπολη, μένετε πολύ πιο κοντά εκεί, σε ανηγμένα δεδομένα, κι όμως βρισκόσαστε μόνο εδώ. Εκεί ούτε καν κατά τύχη δεν έχετε συναντηθεί παρότι θεωρητικά καταλαμβάνετε τον ίδιο χώρο σε ιδιαίτερα συγγενείς χρονικές στιγμές. Προφανώς ποτέ ταυτόχρονα.
Η δύναμη της συνήθειας είναι πολύ μεγάλη. Κάθε βράδυ που κατεβαίνεις στην παραλία, αλλά και κάθε νύχτα που γυρνάς, σηκώνεις το βλέμμα να πεις μια κουβέντα, έναν ευχάριστο λόγο. Και το βλέμμα αντικρίζει πλέον ένα άδειο μπαλκόνι. Όπως και να το κάνουμε αισθάνεσαι πιο άδειος. Αναρωτιέσαι πότε και άν στο μέλλον το μπαλκόνι θα ξαναγεμίσει, μ’ ένα μέρος τουλάχιστον απ’ τους ανθρώπους που χαιρετούσες μέχρι «χτες», ή αν θα αλλάξουν ριζικά οι συνήθειες. Πάντως σίγουρα σου λείπει το καλησπέρισμα.
Οι νύχτες ξανάγιναν δροσερές, παρότι την ημέρα ο ήλιος καίει. Γρύλοι. Την νύχτα απ’ την ανοιχτή μπαλκονόπορτα μπαίνει η φωνή των γρύλων οι οποίοι εδώ εναλλάσσουν το ρεπερτόριό τους με τα τζιτζίκια. Συνειδητοποιείς πως στο τσιμέντο δεν άκουσες ποτέ γρύλους αλλά ακόμα και τη βαθειά νύχτα ακούς μόνο τζιτζίκια. Απ’ την μπαλκονόπορτα μπαίνει και το δροσερό αεράκι (στην πόλη δεν αφήνεις ποτέ ανοιχτά παράθυρα, κάνει φασαρία το βράδυ, όχι μελωδία), αφού πρώτα έχει διανύσει όλο το καταπράσινο φεγγαρόλουστο λοφάκι που αντικρίζει το μάτι και τα δέντρα και τα οπωροκηπευτικά του κτήματος (η νέα ενασχόληση του μπαμπάκα) κάτω απ’ το μπαλκόνι σου. Ο αέρας είναι πολύ πιο «υγιεινός». Παρατηρείς πως ένα μεγάλο μέρος των συνήθων (σε πολύ κόσμο πλέον) αναπνευστικών προβλημάτων έχει παραμείνει πίσω, σε περιμένει προφανώς να επιστρέψεις.
Σιγά-σιγά το σόι θ’ αρχίσει να μαζεύεται. Είναι και μεγάλο και έχει καιρό (απ’ τα παιδικά σου) να μαζευτεί ολόκληρο (και με όλα τα νέα μέλη του, μικρά και μεγάλα - σχεδόν τριπλάσιο!) ταυτόχρονα στη νυφούλα. Αλλά φέτος θα έχουμε να συνοδέψουμε τη νύφη, την μικρότερη του σογιού, στο νησάκι. Τελικά είχες μια ιδέα για εσένα και ξαφνικά, μέσα σε πέντε χρόνια κατέληξε μόδα και ακόμα και «μη-εντόπιοι» έρχονται εκεί, απ’ όλη την Ελλάδα, να σφετεριστούν την ιδέα που εσύ ποτέ δεν πραγματοποίησες. Και δεν έχεις πάρει τουλάχιστον τα πνευματικά δικαιώματα…

Κυριακή, 17 Αυγούστου 2008

Μεθεόρτια

Τη βραδιά της γιορτής γινόταν ένας μικρός χαμός. Όλη η παραλία γεμάτη κόσμο, δεν είχες τρόπο να πλησιάσεις τη μάντρα να δεις τη θάλασσα. Από μακριά μπορούσες βέβαια να δεις τις μεγάλες βάρκες γεμάτες κόκκινα φαναράκια να πλέουν μέσα στο λιμάνι. Κι όμως τίποτε δε θύμιζε την παλιά εποχή που όλοι μαζί αυθόρμητα, στολίζαμε κάθε βάρκα και βαρκάκι και συμμετείχαμε ενεργά στη γιορτή.Τρέχαμε να βρούμε φαναράκια και πυρσούς, δέναμε όλοι τις βάρκες, τη μία πίσω απ' την άλλη (το όλο σκηνικό θύμιζε λιτανεία) και περηφανευόμασταν για την προσπάθειά μας. Παλιότερα «βγάζαμε και λόγους», διδάσκοντας την ιστορίας για «την φυγή» που συμβολίζει η βαρκαρόλα μας. Παλιά κάναμε γιορτή, τη νιώθαμε, τώρα απλά παρακολουθούμε μια (όμορφη) παράσταση που την έχουν αναλάβει διοργανωτές. Καμία αίσθηση προσωπικής ικανοποίησης. Έφτασε και η ώρα των βεγγαλικών και ο κόσμος παρακολουθούσε αποχαυνωμένος, κινηματογραφούσε και φωτογράφιζε λες και δεν είχε ξαναδεί βεγγαλικά. Χρήματα καμένα στον αέρα. Κι εκεί που έλεγες «τελείωσε», τα βαρελότα συνέχιζαν και συνέχιζαν και συνέχιζαν. «Βούλιαξε» η παραλία πάντως και το μόνο που απέμεινε στο τέλος ήταν η σημαία να κυματίζει πάνω απ’ το πέλαγο.
Επιστρέφοντας τον είδες στο μπαλκόνι να κάθεται στη γνώριμη καρέκλα. Τον χαιρέτησες μα, αποκαμωμένος, δε σε πήρε χαμπάρι. Άστο, αύριο σκέφτηκες, δεν πειράζει. Το πρωί όμως είχε φύγει για το αιώνιο ταξίδι. Ένας ένας φεύγουν, μας αφήνουν (σ)τη θέση τους; Άσχημο το συναίσθημα. Του χαιρετισμού που έμεινε μετέωρος ή της τακτής αποχώρησης των ανθρώπων της προηγούμενης γενεάς; Λιγοστεύουν συνεχώς πάντως. Τρέμεις στην ιδέα του επόμενου.
Ο αέρας μέτριος αλλά βγαίνοντας απ’ τον κόλπο, μεσοπέλαγα, χαίρεσαι να σκίζεις τα κύματα. Οι μύες πονούν, τί γυμναστήρια και χαζομάρες, το σώμα φαίνεται στις πραγματικές συνθήκες.
Η πανσέληνος ανέβηκε στον ουρανό, για να κρύψει σιγά σιγά το πρόσωπό της πίσω από τη γη.

Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2008

Ιόνιο

Εδώ και μέρες στο Ιόνιο, κάθε βράδυ κάθεσαι και χαζεύεις το νησάκι, το φεγγάρι, το ασημένιο παιχνίδισμα του φεγγαρόφωτου μέσα στο αεικίνητο πέλαγος, η αλήθεια είναι πως μπορείς να κάθεσαι με τις ώρες να παρακολουθείς το πέλαγος και τα φωτάκια που λικνίζονται μέσα του, στο καθρέφτισμά τους. Και τον ουρανό. Ο ουρανός εδώ είναι διάστικτος και γεμάτος αστερισμούς. Δεν είναι μονότονος και θολός απ’ το φώς της τσιμεντούπολης. Θυμάσαι βέβαια πως και εκεί είχες δει τ’ άστρα. Τότε που είχατε τις διακοπές ρεύματος της ΔΕΗ. Μακάρι να λογικευόταν ο κόσμος και να σταματούσε (και) την φωτορύπανση.
Μέρες σκέφτεσαι λέξεις για να περιγράψεις την μαγεία που αποτυπώνεται στο νου, μάταια (μάλλον οι λέξεις που περιγράφουν την οργή για τα γεγονότα και τις ανοησίες έρχονται πολύ πιο εύκολα). Όνειρο και θλίψη μαζί. Τριγύρω ζευγαράκια λικνίζονται στον αισθησιασμό των διακοπών, οικογένειες που χαλαρώνουν από την κούραση της καθημερινότητας και παιδάκια που τρέχουν και παίζουν ανέμελα γεμίζοντας τον δρόμο με δροσερές κραυγές. Παρακολουθώντας τα παιδιά ενός φίλου έχεις την αίσθηση πως μεγαλώνουν πολύ πιο όμορφα και ανθρώπινα απ’ ότι τα παιδιά της τσιμεντούπολης. Κοινωνικά, γεμάτα ενεργητικότητα αλλά και μια μορφή «ωριμότητας» στην παιδική τους συμπεριφορά. Βρίσκεις πως είναι πολύ πιο φιλικά, ευχάριστα κι «ανθρώπινα» απ’ ότι συνομήλικά τους που μεγαλώνουν στην πόλη. Αξιοπερίεργο ή λογικό; Κι αν είναι λογικό τότε πόσο παράλογη και αφύσικη έχουμε κάνει την ζωή μας μέσα στο τσιμέντο; Μισείς το τσιμέντο, όχι κάποια συγκεκριμένη πόλη, απλά τους ρυθμούς και τον τρόπο ζωής που επιβάλλονται σε μια μεγαλούπολη. Την απανθρωπιά του τρόπου αυτού. Κι όμως δυστυχώς «δεν μπορείς» να την αποφύγεις. Μια τέτοια απόφαση θα ήταν πολύ σκληρή και θα άλλαζε άρδην πολλά δεδομένα και καταστάσεις. Απλά την ανέχεσαι ελπίζοντας πως η ανοχή σου αυτή θα ωφελήσει, ενώ προσπαθείς να αποδράς όσο πιο συχνά γίνεται απ’ αυτή και ταυτόχρονα να διατηρείς όσο το δυνατόν χαμηλούς ρυθμούς. Αυτούς στους οποίους πιστεύεις, όχι αυτούς που επιβάλλονται. Η θάλασσα όμως και το ύπαιθρο σου λείπουν. Αυτή η δυνατότητα να βρεθείς μέσα σε 5 λεπτά, με τα πόδια, από το σπίτι σου σε ένα γραφικό όρμο και ένα ανοιχτό πέλαγο…
Ο καρντάσης βρέθηκε μαζί σου προχθές. Μια ολόκληρη μέρα με αναμνήσεις και γέλια. Μια μέρα (και νύχτα - συνοδεία ικανής ποσότητας κρασιού και μαργαρίτας) φιλίας. Απολαμβάνεις κάθε φορά που τον συναντάς. Σε συνδέει με ένα παρελθόν «διαφορετικό», τόσο γεμάτο και επιτυχημένο. «Μπαίνεις» σε έναν άλλο, παρελθοντικό (τότε που δεν αισθανόσουν πως έχεις κάψει κάποια φλάντζα) και τόσο διαφορετικό κόσμο. Μέρα που πέρασε ευχάριστα, ακούραστα αλλά δυστυχώς γρήγορα. Σχέδια για νέα απόδραση προς Κολωνία κάποιο δεκαήμερο του Οκτώβρη. Του το χρωστάς μετά τόσα χρόνια προσκλήσεων. Αρκεί να βρεις το δεκαήμερο (πριν επιστρέψει στην πατρίδα). Μακάρι να «μπορούσες» να ακολουθήσεις τις προτάσεις του.
Ένα ατυχές γεγονός και η μάτσα του γουίντσερφ κείτονταν άχρηστη μέχρι σήμερα το απόγευμα. Σήμερα όμως κατάφερες να την επισκευάσεις. Αύριο το σκάφος θα ριχθεί και ο αετός θα ορθωθεί περήφανα στον αέρα. Αρκεί να μη κόψει ο μαΐστρος και το γυρίσει σε όστρια. Αν γίνει κι αυτό μάλλον, κάποιος κακεντρεχής θα σε γλωσσοτρώει. >:)

Τρίτη, 12 Αυγούστου 2008

Πολιτικές...

Αυτή την καραμέλα με το πλαφόν της βενζίνης θα την πιπιλάνε για πολύ καιρό, πιστεύοντας ότι θα ωφελήσει, ή θα το επιβάλλουν πριν τελειώσουν οι διακοπές του κόσμου; Γιατί αν το επιβάλλουν μετά (ή και καθόλου), μόνο για κατανάλωση «πολιτικής» τρίζουν τα δόντια τους στους κερδοσκόπους…
Τα υψηλά εισοδήματα σκέφτηκαν να τα φορολογήσουν ποτέ, ή πάντα οι άνθρωποι που κάνουν μια δουλίτσα ή έχουν μια επιχειρησούλα για να ζουν πρέπει να πληρώνουν, ενώ οι καραγκιόζηδες μπορούν ανενόχλητοι να αυξάνουν καθημερινά τα υπερκέρδη τους;
Το να κρατήσουν μερικές επιχειρήσεις ώστε η κρατική μηχανή να είναι βιώσιμη και να μην τρέχουν να καλύπτουν συνέχεια «τρύπες του προϋπολογισμού», ενώ ο κόσμος να μπορεί να απολαμβάνει αν θέλει κοινωνικού αντί εμπορικού χαρακτήρα παροχές, πάλι δεν έχει περάσει από κανενός το μυαλό ε;
Το να ανταμοιφθεί σωστά η εργασία πάλι, είναι εκτός πολιτικών σκέψεων ε;
Θέμα πολιτικών και πολιτικής θα μου πεις. Σωστά, θέμα επίσης ανοχής των πολιτών. Γιατί αν τους παίρναμε με τις πέτρες μέχρι να αλλάξουν διαχειριστικό σχήμα και οργάνωση και να εξυγιάνουν επιτέλους το σύστημα αντί να το εκμεταλλεύονται, μάλλον ή θα έκαναν κάτι, ή θα αποχωρούσαν μελανιασμένοι από το λιθοβολισμό.
Πάντως κάτι θα άλλαζε...

Σάββατο, 9 Αυγούστου 2008

Καλωσήλθες στη νέα τάξη πραγμάτων

Καλωσήλθες στην ελευθερία της αγοράς. Καλωσήλθες στην ελευθερία επιλογών προϊόντων μεταξύ ανταγωνιστικών εταιριών και την απαγόρευση δραστηριοτήτων λόγω αυτών ακριβώς των επιλογών. Καλωσήλθες στον αιώνα που απαγορεύεται η είσοδος θεατών που δεν έχουν πληρώσει τους χορηγούς των ολυμπιακών αγώνων, αλλά τους ανταγωνιστές τους. Κάποτε διωκόσουν για πολιτικά φρονήματα. Αγωνίσθηκες για να αποτινάξεις αυτόν το ζυγό, μόνο και μόνο για να ζαλωθείς έναν άλλο. Σήμερα διώκεσαι για τις αγοραστικές επιλογές σου. Άλλαξε ο Μανολιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς. Ο μόνος λόγος για να ασχοληθείς με τη διαφημιστική φιέστα που σφετερίζεται το ολυμπιακό πνεύμα είναι για να πας στο στάδιο και να φωνάξεις τα ανταγωνιστικά ονόματα, μπας και ξυπνήσει ο κόσμος από τον λήθαργο του, ταρακουνηθεί μέσα στην εικονική ελευθερία του σήμερα, καθώς θα βλέπει τους σεκιουριτάδες να σε απομακρύνουν από το χώρο, μίασμα εσύ γιατί προτίμησες αλλότρια προϊόντα.
«Ολυμπιακό πνεύμα» μιας γιαλατζί «ολυμπιακής επιτροπής» που πολύ το χαίρεται που έχει ως έμβλημα τη σημαία του ολυμπισμού αλλά δεν έχει τα κότσια να αποκλείσει άμεσα από τους αγώνες όσους καταστρατηγούν τα ιδεώδη, κηρύττουν πολέμους την ημέρα της έναρξης, λαμβάνουν μέρος σε πολεμικές ενέργειες και βομβαρδίζουν τις ημέρες της ολυμπιακής εκεχειρίας.
«Ολυμπιακό πνεύμα» ανταγωνιστικού πρωταθλητισμού, μιας και η ευγενής άμιλλα έχει ξεπεραστεί κατά πολύ στις μέρες μας και ο ανταγωνισμός έχει καταφέρει να οδηγήσει στη σαπίλα, εκτός από την καθημερινότητα μας, ακόμα και τις πιο υψηλές ιδέες που ανέπτυξε ποτέ η ανθρωπότητα.
Καταναλώθηκαν όλα στο διαφημιστικό βωμό της ανταγωνιστικότητας της σύγχρονης μορφής «ελευθερίας». Δούλος τώρα πια της αγοράς και της κατανάλωσης, μέσα σε ένα κόσμο εικονικής ελευθερίας αγοραστικών επιλογών. Και μιας και σήμερα δεν υπάρχουν πια ηγέτες που να ορθώνουν ανάστημα και να πουλούν ακριβά το τομάρι τους, το OlympicTM πουλήθηκε πάμφθηνα.

Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2008

Παράξενο

Το ράδιο παίζει κομμάτια από την συνεργασία Χατζηδάκη με Γκάτσο. Σαν μέσα από το παρελθόν, τα λόγια, ξεχασμένα, ξεπηδούν στην συνειδητότητα με το άκουσμα της μελωδίας.
Παράξενο συναίσθημα...

Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2008

Γενετικοί βρικόλακες

Για πρώτη φορά άκουσα από επίσημα χείλη το αυτονόητο: Τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα, καθώς και όσα προέρχονται από κλώνους, δεν είναι ασφαλή. Η γνώση μας ως προς αυτά είναι περιορισμένη, ο μόνος λόγος που κυκλοφορούν στην αγορά είναι ο κερδοσκοπικός, μιας και ουσιαστικά το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη τροφής, αλλά η κατανομή και η κατασπατάλησή της. Αυτά, μεταξύ άλλων, περιέχονται σε ανακοίνωση της ευρωπαϊκής επιτροπής και παρότι ελπιδοφόρα, απέχουν πολύ από την απαγόρευση εφαρμογής της γενετικής τροποποίησης σε ευρεία κλίμακα.
Η ενδιαφέρουσα αυτή δήλωση όμως έρχεται να επισφραγίσει την επιβεβαίωση της ελάττωσης του αριθμού των μελισσών στον πλανήτη. Η ελάττωση αυτή οφείλεται κατά σημαντικό ποσοστό στις γενετικά τροποποιημένες και κλωνοποιημένες καλλιέργειες. Τέτοιου είδους «παρενέργειες» ήταν και είναι αναμενόμενες από την απελευθέρωση και μαζική καλλιέργεια γενετικά τροποποιημένων οργανισμών (ζωικών και φυτικών) στη φύση. Σίγουρα βέβαια κανείς δεν είχε προβλέψει πως οι πρώτες επιπτώσεις θα εμφανιστούν στις μέλισσες, ούτε μπορεί φυσικά να προβλέψει το είδος στο οποίο θα εμφανισθούν οι επόμενες.
Το ερώτημα που εγείρεται φυσικά είναι «τί τρόμαξε την επιτροπή ώστε να δημοσιεύσει ανακοίνωση ενάντια σε κερδοσκοπικά συμφέροντα;». Η αλήθεια είναι πως αν και ένα τέτοιο ερώτημα αγγίζει τα όρια της συνομωσιολογίας, όντως η ανθρωπότητα διακινδυνεύει πολλά με τη μαζική καλλιέργεια τροποποιημένων οργανισμών, χωρίς να έχει κανένα ουσιαστικό όφελος, παρά μόνο την κάλυψη τεχνηέντως νεοδημιουργηθέντων αναγκών.
Ο Αϊνστάιν άλλωστε είχε πει: Μετά την εξαφάνιση των μελισσών η ανθρωπότητα έχει τέσσερα χρόνια ζωής.

Σάββατο, 2 Αυγούστου 2008

Ζωολογίες

Η ανθρωπότητα θα πιστέψει την αμερικανική κυβέρνηση ή τον χασάπη των Βαλκανίων;
Είπ’ ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα ή μου φαίνεται;