Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2006

Νελάκιιιι….

Παρατηρώ τον τελευταίο καιρό ότι στα περισσότερα μαγαζιά, χωρίς καν να ερωτηθώ μου φέρνουν ένα μπουκάλι εμφιαλωμένο νερό. Δεν το παραγγέλνω, δεν με ρωτούν καν, αν ρωτήσουν «Νεράκι θέλετε;» εννοούν εμφιαλωμένο. Ζώντας σε μια χώρα με γάργαρα νερά, έχω νομίζω κάθε δικαίωμα να προτιμώ το φρέσκο νεράκι κι όχι το νερό που πέρασε μέσα από την «άγνωστη» αλυσίδα μιας βιομηχανοποιημένης μονάδας, ταξίδεψε σε μπουκάλια πάνω στην άσφαλτο, παρέμεινε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες αποθηκεμένο στα super market και κατέληξε στο τραπέζι μετά από πολλές περιπέτειες.
Γνωρίζω φυσικά πως υπάρχουν μέρη με μη-πόσιμο νερό. Ακόμα και μέρη με πόσιμο αλλά υφάλμυρο, οπότε και στην δεύτερη περίπτωση θα προτιμήσω το εμφιαλωμένο. Στο εξωτερικό που τα πράγματα είναι χειρότερα (υπάρχουν αρκετές χώρες με πρόβλημα νερού, ειδικά στις πεδινές περιοχές, μακριά από βουνά) θα είμαι λίγο πιο δύσπιστος ως προς το «φρέσκο» νερό, αν και δεν θα το απορρίψω αν ο κάτοικος μου πει ότι το νερό βρύσης τους είναι καλό και πίνεται. Σε μια χώρα όμως όπως η Ελλάδα, μέσα στην ίδια την Αθήνα η οποία διαθέτει αναγνωρισμένα ένα από τα καλύτερα συστήματα καθαρισμού, ή πάνω και δίπλα στα βουνά με τα γάργαρα τρεχούμενα νερά (τα ίδια αυτά που βάζουν στα μπουκάλια των εμφιαλωμένων) έχω κάθε μα κάθε δικαίωμα να θεωρώ ότι το φρέσκο νερό είναι πολύ καλύτερο ποιοτικά και πολύ πιο υγιεινό από το «μπαγιάτικο» εμφιαλωμένο νερό. Σε τελευταία ανάλυση, αιώνες τώρα γνωρίζουμε ότι το (οποιασδήποτε μορφής) στάσιμο νερό είναι επικίνδυνο για την υγεία.
Έχω λοιπόν κάθε δικαίωμα να θέλω να πιω φρέσκο νεράκι του θεού και να μην επαφίεμαι στην «ευγενή διάθεση των μεταπρατών» για το κατά πόσο τήρησαν τους κανόνες που θα μου φέρουν ένα σωστό νερό στο τραπέζι. Αν όμως κάνω το λάθος να ζητήσω μια κανάτα νερό βρύσης, τα γκαρσόνια θα με κοιτάξουν με μισό μάτι. Στην καλύτερη των περιπτώσεων θα μου πουν: «Μας τελείωσαν οι κανάτες…» και βρίζοντας από μέσα τους θα μου φέρουν ένα ποτήρι νερό, μετά από αρκετή ώρα φυσικά… βλέπεις δεν το πληρώνω αυτό (δια νόμου υποχρέωσή τους), δεν τους ανεβάζω τον τζίρο (δεν νομίζω να πιστεύει κανένας ότι ενδιαφέρονται για την υγεία μου)…
Νομίζω ότι έχω κάθε δικαίωμα να πληροφορούμαι και ανάλογα να αποφασίζω τι είναι ασφαλέστερο για τον εαυτό μου. Εκεί που θα κρίνω εγώ ότι το εμφιαλωμένο είναι ασφαλέστερο του φρέσκου, θα πιω εμφιαλωμένο (πολλές φορές το κάνω), όμως εκεί που κρίνω ότι το φρέσκο είναι ασφαλέστερο, γιατί πρέπει να το ζητήσω και να γίνω και κακός καταναλωτής που δεν τους ανεβάζω τον τζίρο; Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ πολύ καλύτερη μια κανάτα παγωμένο κρυστάλλινο νερό, από ένα εμφιαλωμένο που πέρασε όσα πέρασε. Την αισθάνομαι καλύτερη. Γιατί λοιπόν οι νονοί του εμπορίου περιορίζουν την ελευθερία επιλογής μου; Γιατί στο όνομα του καταναλωτισμού εξαναγκάζομαι σιγά-σιγά στον περιορισμό ενός ολόκληρου συνόλου από άλλες ελευθερίες επιλογής; Γιατί βλέπουμε σαν στέρηση ελευθερίας μόνο ένα περιορισμένο αριθμό ελευθεριών άνευ σημασίας, με τις οποίες απλά μας φανατίζουν, και ξεχνάμε έτσι ένα μεγάλος μέρος άλλων, πιο ουσιαστικών ελευθεριών, που μας ακυρώνουν καθημερινά; Μήπως αυτός ακριβώς είναι ο στόχος;