Τρίτη 28 Απριλίου 2009

Defcon 4

Μετά την οικονομική κρίση και μιας και το θέμα φαίνεται να «διαιωνίζεται», ήρθε και η ώρα της «κρίσης των χοίρων». Δεν είναι και εντελώς καινούργια κρίση βέβαια, συνηθισμένη η ανθρωπότητα να αγωνιά κάθε χρόνο για τη «γρίπη των πουλερικών». Ε καιρός να αγωνιά και για τους χοίρους. Αναμενόμενη εξέλιξη στο σημερινό παγκόσμιο σκηνικό της διατροφικής αλυσίδας. Ο άνθρωπος δε σεβάστηκε τη βιοποικιλότητα (έρμε Δαρβίνε), καλλιέργησε αμιγείς πληθυσμούς ζώων και φυτών διευκολύνοντας έτσι την ανάπτυξη παρασίτων και ασθενειών, χρησιμοποίησε αφειδώς και άσκοπα αντιβιοτικά κι ορμόνες σε ανθρώπους και ζώα, απελευθέρωσε μεταλλάξεις και «γενετικές τροποποιήσεις» που συμβάλλουν στην δημιουργία δυσμενών συνθηκών σε ιούς και παράσιτα, με στόχο να διευκολυνθούν οι παραγωγές (και όχι μόνο), «παγκοσμιοποίησε» τις τροφές και τους ιούς, τα εξάρτησε από «εταιρικές βιοπολιτικές» και τώρα τρέχει να προφτάσει τα μεταλλαγμένα στελέχη ιών που στην ουσία ο ίδιος δημιούργησε, πριν προκαλέσουν μαζικούς θανάτους στην ανθρωπότητα. Επίπεδο συναγερμού «τέσσερα» στην κλίμακα των έξι σήμερα. Αλλά αντί να μάθει η ανθρωπότητα, απλά ανησυχεί και αναρωτιέται πότε και πως θα το ξεπεράσει τμηματικά «αναίμακτα», για να συνεχίσει το καταστροφικό ανταγωνιστικό της «παιγνίδι» με τη φύση, προσπαθώντας να καταστείλει κάθε λειτουργία της και να αναδειχθεί σε «κυρίαρχο του παιγνιδιού». ΑπΑνθρώπινη ματαιοδοξία.
Ευτυχώς βέβαια που όλα αυτά δεν «αποσυντονίζουν» τα οικονομικά επιτελεία των χωρών και έτσι αισίως λαμβάνονται συνεχώς μέτρα για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης. Ο δυτικός πολιτισμός λογαριάζει άλλωστε να επιζήσει, με όποιο τίμημα, και να συνεχίσει τη λαμπρή πορεία του, ώστε οι παππούδες του μέλλοντος να μπορούν να αφηγούνται στα εγγόνια τους την κατάσταση που βίωναν στις αρχές του αιώνα: «Περάσαμε παιδάκι μου μια κρίση στα νιάτα μας, να εκεί στις αρχές του δυο χιλιάδες, τότες θυμάμαι που τα πράγματα ήταν δύσκολα και οι κυβερνήσεις μας βοήθησαν να αγοράσουμε τις κουρσάρες που έχουμε στο γκαράζ και τις σπιταρόνες μας, το χόουμ σίνεμα μόνο δε μας βοήθησαν να πάρουμε και πολύ μας στενοχώρηξαν…». Δεν έχει σημασία που οι εργασιακές και εν γένει διαπροσωπικές σχέσεις απαξιώνονται, δεν έχει σημασία πως η ανεργία αντιμετωπίζεται ως ένα απλό νούμερο και πως το άκουσμα των μερικών χιλιάδων θέσεων εργασίας που θα χαθούν αποτελεί απλά μια «παράμετρο του συστήματος», δεν έχει σημασία η διαρκής υποθήκευση του μέλλοντος, ο «δανεισμός μελλοντικού εργασιακού χρόνου» και η ενίσχυση της ανθρώπινης εκμετάλλευσης που αυτά επιφέρουν, σημασία έχει να «κινηθεί η αγορά», ώστε να…
Ώστε να. Αλλά αυτό το «ώστε να» περιέχει έναν αριθμό από αστάθμητες μεταβλητές που αποδεδειγμένα ουδέποτε συνηγόρησαν ώστε να… Γι’ αυτό άλλωστε δε δημιουργήθηκε και η κρίση; Τώρα λοιπόν που τα μοντέλα «ασυδοσίας» δοκιμάστηκαν ανεπιτυχώς, μήπως είναι καιρός να αποφασισθεί η πλήρης εγκατάλειψή τους και η ανθρωπότητα να στραφεί σε άλλου είδους διαχειριστικά συστήματα; Και αν η ανθρωπότητα δεν αισθάνεται ακόμα ώριμη γι αυτό, δεν είναι κακό κάποια τμήματά της να «αλλαξοπιστήσουν» νωρίτερα, αποτελώντας το πόλο της επόμενης επανάστασης. Γιατί αν και ο προηγούμενος αιώνας χαρακτηρίστηκε από τους εν ζωή ως ο αιώνας της «βιομηχανικής επανάστασης», αρχίζει να φαίνεται πως παράλληλα υπήρξε και ο αιώνας της «υπερδιογκωμένης ανθρώπινης ματαιοδοξίας».
[Ε ναι, γύρισα…:/]

Πέμπτη 23 Απριλίου 2009

Επιστροφή

Εξέλειπε το τζατζίκι; Τελικά όχι. Από τη δεύτερη του Πάσχα και μετά φρόντισε να συμπεριληφθεί σε υπερβολικά μεγάλες ποσότητες κάθε βραδιά. «Ξέρεις εσύ» έλεγε στον κάπελα και είχε δίκιο, ο κάπελας ήξερε καλά!
Εβρέθηκαν οι υπόλοιποι φίλοι και συνδαιτυμόνες που απουσίασαν τις προηγούμενες και έτσι μαζευτήκαμε ξανά για μερικά κρασιά και… μπόλικες πίτες και τζατζίκια. Πολύ ασπρίλα όμως μωρ’ αδερφάκι μου. Σε πιάτα του φαγητού μας τα έφερναν! Καλά που ‘χε μείνει και μια μερίδα κοντοσούβλι να σπάσει η μονοτονία του λευκού…
Και με αυτά και μ’ αυτά πέρασαν οι μέρες και επιστρέψαμε στα τσιμέντα. Ο χτεσινός ήρεμος καφές στην παραλία, με το νησάκι και το πέλαγος και το δροσερό του αγέρι, σήμερα αντικαταστάθηκε από τη βουή του γραφείου και την βιβλιοθήκη απέναντι. Ευτυχώς το ταξίδι ήταν γρήγορο και ξεκούραστο.
Σχεδιασμός της μελλοντικής δραστηριότητας, προβληματισμός για την πλήρη έλλειψη της θεωρητικής βάσης. Και σίγουρα νοσταλγία για τον χτεσινό ήρεμο καφέ χωρίς τη βαβούρα των συνεργατών. Και για το θαλασσινό αγέρι, ας ήταν και γαρμπής. Ανοιξιάτικος και δροσερός άφηνε την ατμόσφαιρα διαυγή, να οι Παξοί, μια αδραχτή απέναντι.
Επιστροφή στην καθημερινότητα.
Πότε όμως θα σταματήσουμε να παραμυθιαζόμαστε
από την καθημερινότητα που μας προβάλλεται;

Κυριακή 19 Απριλίου 2009

Πασχαλιά

Για μια ακόμη φορά στην ηρεμία του Ιονίου, πλάι στα γαλήνια νερά του. Όσο και αν αρνούμαι να υιοθετήσω τους υψηλούς ρυθμούς την πόλης, η αλήθεια είναι πως η πραγματική ηρεμία βρίσκεται μακριά απ’ αυτή. Όχι πως ο ανήσυχος ύπνος δεν ακολουθεί κι εδώ, αλλά τουλάχιστον σίγουρα οι ευκαιρίες για να ηρεμήσεις και νοιώσεις είναι περισσότερες.
Ειδικά όταν μπορείς για λίγες στιγμές να ατενίσεις το ατέρμονο πέλαγος, στολισμένο με τα βραχάκια και τα εκκλησάκια του.
Η περιφορά του επιταφίου φέτος ήταν ταχύτερη και σίγουρα δε θύμιζε πολλά από τις παλιές εθιμοτυπικές λιτανείες. Η αλήθεια είναι πως οι ιερείς κούρασαν τον κόσμο στις «καθυστερήσεις». Ακόμα και το μήνυμα της ανάστασης με καθυστέρηση εικοσάλεπτου μας το μετέδωσαν.
Όπως ήταν φυσικό συναντηθήκαμε παλιοί καλοί γνωστοί και φίλοι, όχι οι ίδιοι πάντα, υπήρχαν αρκετοί που έλειψαν φέτος, αλλά πάντα βρίσκονται κάποιοι φίλοι εδώ. Θυμηθήκαμε μέχρι και την εποχή που δυόμιση χρονών πιτσιρίκια παίζαμε Οκτώβριο στην παραλία – άδειες οι παραλίες εκείνες τις εποχές – και καταλήξαμε να βουτήξουμε στη θάλασσα με ρούχα και μπουφάν για να πιάσουμε ένα ξύλο το οποίο αποτελούσε την πέτρα του σκανδάλου. Οι γονείς φυσικά μας πρόφτασαν την ώρα που φτάναμε στα «άπατα» για εμάς ενώ το βάρος από τα ρούχα δεν μας επέτρεπε να επιπλεύσουμε – δεν την φοβόμασταν βλέπεις τη θάλασσα, μεγαλώσαμε μέσα της αλλά δυόμιση χρονώ μπόμπιρες δεν μας έκοβε πως με τα ρούχα δεν κολυμπάς!
Πήραμε λοιπόν σβάρνα τα σπίτια και αρχίσαμε να τσιμπολογάμε ότι υπήρχε. Το κοκορέτσι βγήκε πρώτο και τιμήθηκε δεόντως, κομμάτι-κομμάτι έπεσε υπέρ πίστεως μέχρι που το πιάτο αλώθηκε ολόκληρο. Φυσικά, μιας και ήμασταν απασχολημένοι με την άλωση του κοκορετσίου, το αρνί αποφάσισε να ψηθεί μόνο του για να ακολουθήσει το κλασικό τσιμπολόγημα πέτσας την ώρα που ‘σκάγαν τα μπουτάκια του και λίγο πριν βγει απ’ τη σούβλα και μπει στο ταψί. Οι μερακλήδες βλέπεις, όταν τα ψητά σερβιριστούν για την ομήγυρη, είναι ήδη χορτάτοι και περιμένουν το «γλυκό». Στην περίπτωσή μας βέβαια το γλυκά άργησε λίγο, μιας και όταν σερβιρίστηκε το πρώτο τραπέζι, μεταβήκαμε σε έτερο συγγενικό σπίτι για να τιμήσουμε τα τσιλίχουρδα στο φούρνο (μιαμ-μιαμ).
Ο μεγάλος απών της ημέρας ήταν το τζατζίκι (έπρεπε να την είχα κάνει την παρακαμψούλα στο φενεό καθώς ερχόμουν…).
Κι έτσι μας βρήκε το μήνυμα της ανάστασης, της αναγέννησης που ήδη έχει αρχίσει να είναι διάχυτη γύρω μας, των πυγολαμπίδων που για μια ακόμη φορά φώτισαν το κτήμα και την σκοτεινή νυχτερινή πλαγιά, θέαμα πραγματικά «παράξενο» και όμορφο με τα μικρά φωτάκια να αιωρούνται στο σκοτάδι της νύχτας, θέαμα «ξένο» και «εξωτικό» για εμάς τουλάχιστον που ζούμε την περισσότερη ζωή μας στο τσιμέντο. Θέαμα που πάντα μας εντυπωσιάζει.
Ταυτόχρονα βέβαια η μέρα σκιάστηκε από τη συνειδητότητα πως όντως οι φαινομενικά ακούσιες και άσχετες επιλογές οδηγούν ορισμένες φορές σε εντελώς ανεπιθύμητα αποτελέσματα, αποτελέσματα που στενοχωρούν. Έτσι και τώρα, απ’ ότι φαίνεται, ένας συνδετικός κρίκος έσπασε και μόνο το παρελθόν μένει για να αναπολείς, ένα παρελθόν που ούτως η άλλως είχε περάσει ανεπιστρεπτεί, αλλοτριωμένο από τους ρυθμούς της καθημερινότητας της πόλης και την «πρόοδο» της ζωής. Τελικά, όταν δεν υπάρχει ισορροπία, η πρόοδος μπορεί να έχει και αρνητικά. Επειδή όμως οι φιλίες είναι κάτι στο οποίο πρέπει να πιστεύεις, θα συνεχίσω να «είμαι εδώ», αν ποτέ χρειαστεί. Γιατί τα πάντα κάπως, κάποτε αναγεννιόνται και στο κάτω κάτω είμαστε απλά… άνθρωποι. Αυτό άλλωστε είναι και το μήνυμα των ημερών.

Χριστός Ανέστη

Πέμπτη 16 Απριλίου 2009

Αναγέννηση

Για μια ακόμα φορά η μέση αποφάσισε να μας ταλαιπωρήσει (γρουμφ), αλλά ευτυχώς όχι να μας κρεβατώσει. Με όσο το δυνατό ταχύτερα (βραδύτερα) βήματα λοιπόν οδεύουμε προς το μίτινγκ με το Ιόνιο για να γιορτάσουμε την αναγέννηση (και να σπάσουμε και το κανάτ’).
Μια αναγέννηση που χρειάζεται όσο τίποτε άλλο στην ανθρωπότητα αυτή τη στιγμή.
Μπας και γλυτώσουμε απ’ τον επερχόμενο μεσαίωνα δηλαδή…
Πνευματικό και υλικό…
Ας ελπίσουμε λοιπόν σε μια «καλή ανάσταση».

Δευτέρα 13 Απριλίου 2009

Κυκλώνοντας τους Κενταύρους

Μιας και η ξεχασιάρα της κάστας αποφάσισε να μετατρέψει το σπίτι μου σε αποθήκη, κάτι που φυσικά δε με βρήκε σύμφωνο, και καθότι ο Shadow ήθελε να βρει κενταύρους να φωτογραφίσει για να τους συμπεριλάβει στο επόμενο επεισόδιο παύλα ντοκιμαντέρ παύλα ψυχαγωγική εκπομπή της τηλεόρασης, απεφασίσθη στο φτερό, αφού βοηθούσε κι ο καιρός, εκδρομή για αναζήτηση των χαμένων διδασκάλων της μυθολογίας.
Έτσι λοιπόν μετά από το τρίωρο ταξίδι και τον καφέ στην παραλία του Βόλου, και αφού φυσικά εσυναντήθη η ξεχασιάρα συνοδοιπόρος ώστε να παραλάβει κάποια στιγμή τα αυγά και τα πασχάλια της (πετσετούλες, μπλουζίτσες κοκ), ξεκίνησε η ανάβαση στο βουνό των κενταύρων σε αναζήτηση του Χείρωνα.



Δρόμο πήραμε, δρόμο αφήσαμε, στην Τσαγκαράδα περπατήσαμε, βρήκαμε τα χωριά να «διπλασιάζονται» σχεδόν από τα νεόδμητα και υπό ανέγερση «παραδοσιακά αρχοντικά» (μεσούσης της κρίσης, να το προσέξουμε αυτό ε; πού θα βρεθεί βρε ο τουρίστας;), σκαρφαλώσαμε βουνά και λαγκάδια (να προσέξουμε στο κατέβασμα και να φροντίσουμε να μην ξεχάσουμε και κανέναν στο δάσος ε; όχι, γιατί το έχουμε συνήθειο τώρα τελευταία λέω…), τσενταύρους δεν εβρήκαμε, τ’ ομολογώ. Βρήκαμε βέβαια μπόλικες κάτασπρες ανθισμένες μυγδαλιές, μια φύση υπέροχη και αναζωογονητική (μακριά απ’ τα τσιμέντα όλα αναζωογονητικά είναι, πάμ’ παρακάτ’), παράξενες βρύσες (λες να το φέρνει από τα έγκατα το νεράκι;) και μια υποψία παλαιού αρχοντικού (του καιρού του Χείρωνα το δίχως άλλο… απλά θα λείπει ο μπαγάσας…)



Αυτή η μόδα πάντως να γεμίζουν τους κήπους με γκι πρέπει να είναι πολύ καινούργια. Καταντάει υπερβολή πιστεύω…


Αφού πάντως το κυκλώσαμε το βουνό, αλλά κένταυρο δεν βρήκαμε για φωτογράφιση, επιστρέψαμε στο Βόλο και στη συνέχεια στη βάση μας (εννέα ώρες οδήγησης συνολικά!), αφού βέβαια πρώτα θυμίσαμε στην ξεχασιάρα να παραλάβει τα πράγματά της αυτή τη φορά και να μη μετατρέψει το αυτοκίνητο σε αποθήκη, και συνειδητοποιήσαμε πως τα αυγά μεν ήταν δικά της, το ίδιο και τα πασχάλια, αλλά πλην ενός.
Άντε τώρα να βρούμε
ποια έφυγε χωρίς μπλούζα από το σπίτι…
>:)

Τρίτη 7 Απριλίου 2009

Άκρως γελοία αργήτητα

Οι ταχύτητες δικτύου στο φιντανοτροφείο χαμηλές (πιο χαμηλές δε γίνεται, καλύτερα 45kb/s dialup). Η δομή φυσικά δε δίνει καν τη δυνατότητα να βαρέσεις έντιτορς. Η μέρα κυλά κι αυτή νωχελικά, σαν τη διαδικτυακή ροή. Ευτυχώς που το κινητό παύλα πιντιέι είναι και παύλα ραδιόφωνο (το διαδικτυακό ραδιόφωνο πιθανότατα θα γκρέμιζε κάθε υποψία διαδικτύου στο ίδρυμα).
Η συνεχής αδιαφορία και βαρεμάρα κουράζει. Η αλήθεια είναι πως αδυνατείς να μεταφράσεις τι μπορεί να σημαίνει πως υπήρξε αδυναμία επίλυσης μιας άσκησης διότι το μυαλό δε θυμόταν πως αντιστρέφεται ένας πίνακας τρία επί τρία. Έστω ότι τα βιβλία των μαθηματικών έχουν πεταχτεί στον κάλαθο των αχρήστων, μιας και τα βιβλία πλέον δεν τυγχάνουν σεβασμού (και όχι μόνο αυτά). Έστω ότι παραδόθηκαν στην πυρά, σε μια προσπάθεια αναπαράστασης της νύχτας της 10της Μαΐου του 1933. Έστω ότι δεν διατίθεται κανένα πρόγραμμα μαθηματικών πράξεων. Μα μια απλή διερεύνηση στον γούγλη αρκούσε να δώσει την απάντηση από το πρώτο κι όλας λινκ. Πως λοιπόν να εκτιμήσεις ένα μυαλό το οποίο επί μία ολόκληρη εβδομάδα «προσπαθούσε να θυμηθεί» πως αντιστρέφεται ένας πίνακας;
Το ίδιο κουράζουν και τα επικριτικά σχόλια ή οι δικαιολογίες αποφυγής, τη στιγμή που δεν έχει καταβληθεί καμία προσπάθεια, ενώ η απάντηση στην επαναλαμβανόμενη ανά πεντάλεπτο έκκληση για απορίες προς συζήτηση είναι η απόλυτη σιωπή. Δικαιολογίες επί δικαιολογιών που σε τελευταία ανάλυση υποδεικνύουν κουτοπονηριά και αδυναμία σεβασμού του εαυτού του ιδίου. Κουράζουν και εκνευρίζουν, και το δεύτερο χειροτερεύει τα πράγματα. Και η αλήθεια είναι πως ο εκνευρισμός τείνει να γίνει δεύτερη φύση τον τελευταίο καιρό.
Εκνευρισμός για όσα συμβαίνουν, γιατί ακριβώς αυτά που συμβαίνουν κουράζουν, γιατί ακριβώς η ίδια η αίσθηση ότι κανείς άλλος δε νοιάζεται, στενοχωρεί και κουράζει. Η αλήθεια είναι πως ορισμένες φορές η ιδέα ενός κουκουλιού αδιαφορίας φαντάζει πολύ ελκυστική, γιατί σε τελευταία ανάλυση ίσως οι περισσότεροι να αξίζουν την αδιαφορία αυτή. Μόνο που και αυτό ακόμα εκνευριστικό καταντάει.
Ευτυχώς που το πιντιέι παύλα κινητό είναι και παύλα ραδιόφωνο και κρατάει συντροφιά τις ώρες της βαρεμάρας. Διότι το διαδίκτυο κινείται σε άκρως γελοία αργήτητα ενώ το κέφι για οποιουδήποτε είδους εργασία είναι μηδενικό. Άλλωστε Μεγάλη Εβδομάδα έρχεται και τα φιντάνια αποφάσισαν πως πρέπει να ξεκουραστούν από την καθημερινή αδιαφορία που επιδεικνύουν και να αλλάξουν παραστάσεις διασκεδάζοντας επί δύο εβδομάδες σε άλλα μέρη, βαρέθηκαν τα ίδια και τα ίδια. Λογικό είναι, ο καθένας βαριέται κι από κάτι.
Υπολειμματικό όργανο ο μελλοντικός εγκέφαλος…

Σάββατο 4 Απριλίου 2009

Ώρα ουρανού

Κι ας ονομάστηκε ώρα γης. Τ’ ουρανού κατάκτηση ήταν γιατί φάνηκαν πάλι, έστω και λίγο, τ’ αστέρια και δηλώθηκε επίσημα ακόμα μια φορά η απεραντοσύνη του. Αυτή που κάποτε ο άνθρωπος κοιτούσε και, αναλογιζόμενος πόσο μικρός είναι και πόσα λίγα ξέρει, ήθελε να κατακτήσει είτε με την φυσική παρουσία, είτε με τη φιλοσοφία. Όλ’ αυτά πριν τα φώτα τον σκιάσουν και ο άνθρωπος στρέψει το βλέμμα του στο έδαφος, μιας και το στερέωμα δεν παρουσίαζε πλέον την εξωτική κι ελκυστική του όψη.
Ήρθε, πέρασε, επεδίωξε να δείξει. Τι έδειξε πέρ’ απ’ τ’ άστρα; Τί έμεινε; Για μία ώρα «ανάσανε» ο πλανήτης; Δεν νομίζω βέβαια πως υπήρξε προϊστάμενος βάρδιας σε εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας που ελάττωσε την παραγωγή εκείνες τις ώρες. Θες η άγνοια του ποσοστού συμμετοχής; Θες το γεγονός πως μετά μία ώρα η ζήτηση θα χτυπούσε κόκκινο; Θες το γεγονός πως η μετάβαση από μία μόνιμη κατάσταση λειτουργίας σε άλλη είναι δύσκολη και διαρκεί χρόνο; Άλλωστε τη νύχτα που ο κόσμος κοιμάται και η κατανάλωση πέφτει, δεν βγαίνουν εκτός λειτουργίας μονάδες παραγωγής. Η αποκατάσταση μόνιμης κατάστασης λειτουργίας είναι επίπονη. Ο πλανήτης σίγουρα δεν «ανέπνευσε» λοιπόν. Δεν εκλύθηκε λιγότερο καυσαέριο.
Για να επιτευχθεί κάτι πρέπει η τακτική αυτή να γίνει πανάκεια, αλλά δε φάνηκε τις υπόλοιπες μέρες να ελαττώθηκαν τα φώτα στα σπίτια. Τα μνημεία και τα κτίρια σίγουρα παρέμειναν φωτισμένα. Για τις βιτρίνες δε συζητείται καν, αυτές δε συμμετείχαν ούτε στην «ώρα ουρανού». Αλλά πώς να σβήσουν τα φώτα τα σπίτια; Πώς να «αναπνεύσει ο πλανήτης» όταν η οικογένεια δε μαζεύεται σε ένα δωμάτιο αλλά ο καθένας θέλει το χώρο του, το φως του, τη μουσική του, τη δική του τηλεόραση με το δικό του κανάλι, το αυτοκίνητό του, την «ανεξαρτησία του»; Είναι δυνατόν; Κοροϊδευόμαστε; Όλα αυτά αυξάνουν την κατανάλωση και συνεπώς βοηθάνε τα σύγχρονα πρότυπα και μοντέλα που την απαιτούν. Αλλά σίγουρα δεν βοηθάνε ούτε τον Άνθρωπο, ούτε τον πλανήτη. Βοηθάνε μόνο τα μοντέλα. Ζούμε όμως τον αιώνα της «ατομικής ανεξαρτησίας». Μπροστά σε αυτή τίποτε δε μετράει.
Τελικά ο πλανήτης δεν «ανέπνευσε» όπως εύστοχα διαφημιζόταν, η τακτική δεν έγινε πανάκεια αλλά ξεχάστηκε την επόμενη στιγμή, δίνοντας ίσως ραντεβού σε ένα ημερολογιακό έτος. Έτσι, για να μην ξεχνιόμαστε. Άλλωστε, «αν δείξαμε ότι μπορούμε», γιατί δεν το υιοθετήσαμε; Τι κατάφερε τελικά να δείξει όλη αυτή η «κινητοποίηση»; Πέραν της λαμπρότητας του ουρανού μάλλον έδειξε μόνο άλλο ένα πράγμα: Ότι οι συλλογικές κινήσεις απαιτούν οργάνωση. Χωρίς οργάνωση και «ηγεσία» οι μεμονωμένες ατομικές ενέργειες δεν έχουν αποτέλεσμα. Και όσο δεν υπάρχει οραματιστής, δε θα υπάρχουν και μεταβολές.
Αλλά ο ουρανός πλέον είναι σκοτεινός, σβησμένος από τα φώτα του πολιτισμού, που να βρεθεί χώρος και έμπνευση για όραμα; Διαίρει και βασίλευε έλεγαν. Και το διαίρει επετεύχθη αποτελεσματικά. Τώρα οι βασιλείες είναι εύκολη υπόθεση…

Πέμπτη 2 Απριλίου 2009

Μια «άλλη» Κυριακή

Η μέρα ξεκίνησε ήρεμα. Απ’ το ανοιχτό παράθυρο δεν ακουγόταν ο κλασικός θόρυβος της πόλης, η ατμόσφαιρα έμοιαζε περισσότερο με Κυριακάτικου πρωινού. Αυτό ίσως σημαίνει πως η απεργία θα έχει μεγάλη απήχηση. Πάντως ένας πρωινός περίπατος στο βουνό απεδείχθη και «κυριακάτικος» αλλά και όμορφος. Η άνοιξη έχει ξεκινήσει και ας μην έχει ακόμα γίνει συνειδητή η έλευσή της. Ειδικά με τον καιρό των προηγούμενων ημέρων. Τα κατακίτρινα πλέον «λιβάδια» στο δρόμο προς το φινατνοτροφείο καταμαρτυρούσαν την αλλαγή, αλλά απλά φάνταζαν περίεργα στο νου. Σαν φάρσα.
Η φιντανοφάρσα δε, συνεχίζεται. Δύο τινά συμβαίνουν: Ή απλά η βαρεμάρα έχει κατακυριεύσει την υπόσταση, ή απλά χρειάζεται κάποιος να πιαστεί χεράκι-χεράκι σε μια «στράτα, στρατούλα» προσπάθεια κίνησης. Ή και τα δύο μαζί. Αλήθεια αναρωτιέται κανείς: Να αναπνέει έμαθε; Άδεια γιατί δε ζητάει;
Α και παρεμπιπτόντως: Διάβασε τις οδηγίες και ακολούθα ‘τες…
Το σακάκι απαραίτητο μιας και η παρουσία στο νεκροταφείο απαιτεί και κάποια επισημότητα. Η θερμοκρασία των είκοσι πέντε βαθμών όμως αποτελούσε και αυτή μια έκπληξη. Το ένδυμα δεν κρατούνταν με άνεση στο κορμί. Η κίνηση μέτρια. Η μέρα μάλλον αποδεικνύεται διαφορετική από μια κλασική καθημερινή.
«Να συναντιόμαστε και σε καμιά χαρά, όλο σε λύπες βρισκόμαστε». Το πρόβλημα είναι πως δε συναντιόμαστε στη χαρά, πως δεν υπάρχει χαρά να συναντηθούμε, ή πως απλά τη χαρά την περνάμε εξ απαλών ονύχων και αδιαφορούμε γι’ αυτή και μόνο στη λύπη πλέον ψάχνουμε την επικοινωνία; Όποιο και αν συμβαίνει, κατάντια είναι.
Η επιστροφή είναι διαφορετική, η κίνηση έχει επιστρέψει στα δρόμους. Θυμίζει γιατί έχω εγκαταλείψει κάθε ιδέα μετακίνησης πέραν των απαραίτητων. Αδυνατώ να συμβιβαστώ με την «αναγκαιότητα» κατανάλωσης του χρόνου σε μετακινήσεις που θα έπρεπε να κοστίζουν λιγότερο από το ένα τέταρτο της σημερινή τους διάρκειας. Προτιμώ να μη μετέχω στη «ζωή της πόλης».
Βράδυ πια και το κείμενο κλείνει. Μικρά ρετουσαρίσματα αύριο που η ζωή θα έχει επιστρέψει στην συνηθισμένη ροή της. Τελικά να δόθηκε κάποιο μήνυμα από την απεργία; Και αν ναι, να το έλαβε κανένας αυτό το μήνυμα; Ή απλά οι ζωές έχουν γίνει βίοι παράλληλοι και η επικοινωνία έχει μετατραπεί σε αλληλουχία μονολόγων; Υπερβολική η προσκόλληση στο εγώ…

Τετάρτη 1 Απριλίου 2009

Πρωταπριλιά

Πρωταπριλιά σήμερα και ελπίζω να ήταν πρωταπριλιάτικο αστείο. Η δήλωση ενός ξενοδόχου πως το κράτος πρέπει να επιδοτήσει τις πενταήμερες εκδρομές. Όχι γιατί αν δεν ήταν, μάλλον έχουμε ξεφύγει…
Ή πλέον έχουμε ορίσει με νέο τρόπο την έννοια της κοινωνικής πολιτικής. Βέβαια, αν λάβουμε υπ’ όψη μας πως η λέξη «επιδότηση» αναφέρεται πολλάκις σχεδόν σε κάθε συζήτηση, μάλλον πρέπει να εξεταστεί αυτός ο νέου τύπου ορισμός.
Όπως και ο ορισμός του «ασφαλιστικού», μιας και όλα βρίσκονται υπό κατάρρευση, έτσι και τα ασφαλιστικά. Και είναι φυσιολογικό τα ταμεία των δημοσίων να παραπαίουν. Χρονιές επί χρονιών οι θέσεις εργασίας ελαττώνονται σύμφωνα με τις προσταγές της νέας μόδας. Παρεπόμενο η μείωση του λόγου εργαζομένων προς συνταξιούχων. Πώς να στηριχθεί ένα ταμείο;
Πώς να στηριχθεί γενικότερα ένα ταμείο όταν οι εργαζόμενοι είναι λιγότεροι από τους συνταξιούχους στο σύνολο της κοινωνίας; Πώς να στηριχθεί η κοινωνία του σήμερα όταν εκλείπουν οι θέσεις εργασίας;
Η «ιδέα» πως τα χρήματα αυγατίζουν μόνα τους καιρός να ξεχαστεί. Αντιληπτό πως είναι δύσκολο να γίνει αποδεκτό απ’ το ευρύ κοινό. Καταστρέφει τις φρούδες ελπίδες του, τις ονειροφαντασίες με τις οποίες το πότισαν επί πάμπολλα συναπτά έτη. Όλα τα ισοζύγια κλείνουν σε παροντικό χρόνο και αυτό ισχύει και για τα χρηματικά, όσο και αν είναι ελκυστική κάποια άλλη ιδέα.
Φάρσα επί φάρσας σε καθημερινή βάση, κάποτε θα ξεσπάει η κρίση της αλήθειας. Γιατί αν ορίζεται η φάρσα, ορίζεται και η αλήθεια.
Φάρσα δε ελπίζω να αποδειχθεί και η σημερινή φινταναργοπορία. Εκτός και αν είναι φάρσα η ιδέα πως μπορείς να στηριχθείς σε ένα φιντάνι, όσο καλή διάθεση και αν δείχνει. Γιατί μεθαύριο πρέπει να είναι έτοιμο το κείμενο και λόγω σοβαρών άτυχων συγκυριών, το φιντάνι απεδείχθη η μόνη διασύνδεση με το παρελθόν. Μόνο που είναι απών απ’ το παρόν.
Και ίσως ήρθε η ώρα να ασχοληθούμε με την σοβαρότερη όλων, τη φάρσα του καιρού. Θα αποφασίσει επιτέλους να βρέξει και να μας λυτρώσει από την βαριά και βλαβερή ατμόσφαιρα των τελευταίων ημερών, ή θα συνεχίσει μέχρι να πνιγούμε όλοι μαζί;
Καλό μήνα νά ‘χουμε και
μια καλή βροχή σύντομα
(οσονούπω αν γίνεται;)

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2009

Μειοδοτικά μπόνους

«Θέλω μπόνους!»
Ώχ ωχ; Μισό, εγώ ποτέ δεν είχα σχέσεις με διεύθυνση, τώρα πως προέκυψε αυτό;
Όνειρο θα είναι… αλλά πάλι δεν βλέπω όνειρα. Θα φταίει ο καιρός που με έχει διαλύσει…
«Τι μπόνους θες παιδί μου;» (όνειρο είναι, ότι θέλω λέω έτσι;)
«Ε να, μια εργασία να μου δώσει μπόνους στο βαθμό για να περάσω το μάθημα!»
Στάκα. Γίνεται πιο ενδιαφέρον και αρχίζει να απομακρύνεται από όνειρο. Το μάθημα είναι σχετικό με μένα, άρα…
Και λαμβανομένου υπ’ όψη πως η διαδρομή μέχρι το φιντανοτροφείο δεν φάνηκε και τόσο ονειρική…
«Να μάθεις ή να περάσεις σε ενδιαφέρει νεαρέ μου;»
«Και τα δύο»
«Ωραία, το πρώτο εμπίπτει στις δικές μου αρμοδιότητες και φροντίζω όσο καλύτερα γίνεται γι’ αυτό. Το δεύτερο εμπίπτει φοβούμαι στις δικές σου και πρέπει να φροντίσεις όσο καλύτερα μπορείς γι’ αυτό…»
Άκου μπόνους. Κάτι πολύ στραβό πρέπει να υπάρχει στο βασίλειο. Δεν εξηγείται αλλιώς. Εκτός και αν φταίει το νερό. Ο αέρας… Καλά, αυτός φταίει σίγουρα. Αισθάνομαι κινούμενο ζόμπι ένα πράμα… Ρε λες να ήταν όνειρο; Άκου μπόνους…
Άραγε όσοι καταφέρνουν να κερδίσουν σε μειοδοτικούς διαγωνισμούς παίρνουν και αυτοί μπόνους; Όχι γιατί παρά το επώνυμο των εταιριών, οι μισοί υπολογιστές μας αρνούνται να πάρουν μπρος…
Βέβαια μπορεί και να κόλλησαν απ΄ τα φιντάνια. Ποιος ξέρει αν αυτό το μπόνους είναι κολλητικό. Μάλλον είναι ε; Ε και τί; Να τους δώσω μπόνους λουκουμάκι ή αυτό είναι πια ξεπερασμένο και δουλεύει μόνο σε ταξί αντίκες; Κάτι πολύ σάπιο τελικά υπάρχει στο βασίλειο…
Και σκονισμένο. Τραγική αυτή η κατάσταση. Αμάν βρε σύντεκνε κι εσύ με τα ανοιχτά παράθυρα. Μας μπάζεις όλη τη σκόνη μέσα. Αισθάνομαι πολύ κουρασμένος… Και δεν παίρνω μέρος και σε τίποτε εκλογές για να παραιτηθώ μόλις τις χάσω δηλαδή. Δραματική η κατάστασή μου…

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2009

Εορτολόγιο

Περίεργη βδομάδα αυτή που ξεκίνησε. Κόβεται στη μέση της από αργία. Τα φυντάνια αποφάσισαν πως επιβάλλεται να μη γίνει μάθημα την προηγούμενη. Απλά δε θα πατήσουν, εγώ «ας κουρεύομαι». Ανήρτησαν και τις υπογραφές τους (διότι εμείς αρνούμεθα την παιδεία χωρίς κουκούλες και τα συναφή). Προχωρώντας όμως πιο κάτω διαπιστώνεις πως άλλα φυντάνια αποφάσισαν πως επιβάλλεται να μην γίνει μάθημα την επομένη! Ανήρτησαν και τις υπογραφές τους (διότι εμείς όπως προείπαμε ενεργούμε χωρίς κουκούλα)…
Ευτυχώς που έχουμε εμπεδώσει το που βρισκόμαστε και ποια η θέση μας αλλά και ποια η δουλειά μας και οι υποχρεώσεις μας. Τουλάχιστον «μας σκέφτονται» και μας δίνουν επίσημα άδεια να μην παραστούμε αφού αυτά… δε σκοπεύουν να παραστούν.
Αναρωτιέμαι τελικά ποιος ή τι είναι το καημένο και το ριγμένο σ’ αυτή την ιστορία. Γιατί όλη αυτή η παραφιλολογία του «καημένου» που ακούω κάθε φορά μου προκαλεί γέλια (για να μη μου προκαλέσει κλάματα) …

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2009

Ανασφάλεια

Δεν ξέρω αν ο κόσμος σήμερα αισθάνεται ανασφαλής, ή αν απλά έτσι προβάλλεται πως συμβαίνει. Σίγουρα, σε ατομικό επίπεδο, ο καθένας μας αισθάνεται διάφορες ανασφάλειες, αλλά λείπει πραγματικά στις μέρες μας το αίσθημα της ασφάλειας από την κοινωνία; Επιπλέον, αν σήμερα λείπει το αίσθημα ασφάλειας, υπήρχε παλαιότερα; Και αν ναι, για ποια ασφάλεια μιλάμε; Γιατί το γενικότερο πλαίσιο δραστηριοποίησης που έχει υιοθετηθεί σήμερα στηρίζεται στην ανασφάλεια ως μέθοδο εξασφάλισης της αποτελεσματικότητας!
Αυτό δε σημαίνει πως ουσιαστικά επικροτείται η ανασφάλεια; Και αν δεν επικροτούνται ορισμένοι τύποι ανασφάλειας – τους κανόνες ποιός τους θέτει – μήπως όμως πρακτικά ο κόσμος «εκπαιδεύεται» στην εγκαθίδρυση της ανασφάλειας ως παράγοντα αποτελεσματικότητας και «ανάπτυξης»; Και αν ναι, γιατί μας πειράζει τότε το αίσθημα ανασφάλειας, αν όντως υπάρχει;
Ζούμε σε μια νέα εποχή όπου τίποτε δεν είναι ίδιο με το παρελθόν. Φυσικά και δεν είναι πρωτότυπο αυτό. Ισχύει πάντα και είναι από τις λίγες «καθολικής αξίας» ιδιότητες του σύμπαντος, μετά τους φυσικούς νόμους. Σήμερα έχει αλλάξει η θρησκευτική αντίληψη και έχει αντικατασταθεί από την πίστη και θεοποίηση της τεχνολογίας και του χρήματος. Στο βωμό αυτής της νέας θρησκείας θυσιάστηκαν όλες οι αρχές και τα πιστεύω της προηγούμενης. Παλαιότερα υπήρχε η παντοδυναμία του θείου, σήμερα υπάρχει η παντοδυναμία του χρήματος ενώ τον από μηχανής θεό αποτελεί πλέον η τεχνολογία. Μέσα απ’ όλες αυτές τις αλλαγές αναπότρεπτο ήταν να αλλάξουν πάρα πολλά πράγματα στην κοινωνία, και μάλιστα ραγδαία, αφού οι ρυθμοί εισβολής και ανάπτυξης της νέας θρησκείας υπήρξαν ραγδαίοι. Και ενώ διάχυτα γύρω ακούγονται φωνές να κραυγάζουν πως τίποτε δεν αλλάζει, στην πράξη η σημερινή πραγματικότητα διαφέρει υπερβολικά από την προ τριακονταετίας. Σήμερα ο κόσμος αναρωτιέται για το «έλλειμμα παιδείας» δίχως να έχει ορίσει την παιδεία την ίδια. Δίχως να έχει διερευνήσει τα μονοπάτια της ψάχνει να βρει ενόχους να αποδώσει ευθύνες. Ο κόσμος που αναρωτιέται όμως απλά προέρχεται από ένα «άλλο» κοινωνικό και εκπαιδευτικό σύστημα. Προέρχεται από μια κοινωνία που διατυμπάνιζε το «μάθε παιδί μου γράμματα», «γίνε ευγενικός» και «να σέβεσαι τους γύρω σου». Σήμερα είναι καιρός η κοινωνία να παραδεχθεί πως αυτό που διατυμπανίζει είναι «γίνε παιδί μου καπάτσος», «βρες έναν εύκολο τρόπο να βγάλεις χρήματα» και «να καταναλώνεις». Μια κοινωνία που διδάσκει καθημερινά το εύκολο κέρδος και την κατανάλωση γιατί αναρωτιέται για την έλλειψη γνώσεων και σεβασμού; Καιρός είναι να γίνει επιτέλους παραδεκτό πως παρότι ο κόσμος αναφέρει το σεβασμό και τη γνώση σαν κάτι το ιδανικά επιθυμητό, στην πράξη, αφού πρώτα μιλήσει γι’ αυτά με ευχολόγια, γυρνώντας την πλάτη θα ψιθυρίσει «και τώρα ας δούμε πως θα βγάλουμε χρήματα για να αγοράσουμε…, να πάμε…».
Έχοντας απαξιώσει κάθε θεσμό και αξία, στην ουσία δεν μένει στον άνθρωπο τίποτε άλλο απ’ το να «ηθικολογεί» φωναχτά, προβάλλοντας μια όμορφη εικόνα του εαυτού του, ενώ συμφεροντολογεί ενδόμυχα, πράττοντας σε πλήρη ασυμφωνία με τα ίδια του τα λόγια, με τις ίδιες του τις «θεωρητικές επιθυμίες». Μόνο που ο άνθρωπος αυτός στην παλιά εκείνη κοινωνία ονομαζόταν φιδόγλωσσος και καταδικαζόταν. Σήμερα οι διχαλωτές γλώσσες κατακλύζουν τα πάντα. Άλλωστε η εξιδανικευμένη προβολή έγινε μέθοδος διείσδυσης και έτσι το μάρκετινγκ αντικατέστησε στην πράξη την ποιότητα. Η γυναίκα του καίσαρα πλέον αρκεί να φαίνεται τίμια. Η πραγματικότητα δεν εξετάζεται, οι συνέπειές της όμως φαίνονται εκ των υστέρων.
Σήμερα η κοινωνία αναρωτιέται γιατί, αφού πρώτα προέτρεψε και επιζήτησε το εύκολο κέρδος απαξιώνοντας στην πράξη, αν όχι και στα λόγια, κάθε άλλη αξία, τα μέλη της επιζητούν το εύκολο κέρδος θυσιάζοντας οτιδήποτε άλλο. Η κοινωνία που καλλιέργησε την ανασφάλεια σε κάθε πτυχή της ζωής αναρωτιέται γιατί τα μέλη της αισθάνονται ανασφαλή. Η κοινωνία που περιθωριοποίησε οποιονδήποτε υιοθέτησε άλλους ρυθμούς και αξίες, πέραν αυτών της νέας θρησκείας, αναρωτιέται για την αύξηση των περιθωριοποιημένων και την ανασφάλεια που πηγάζει από την παρεπόμενη αύξηση της εγκληματικότητας. Η κοινωνία που καλλιέργησε την εξοικείωση με την βία αναρωτιέται για την αύξηση και το νέο πρόσωπο της βίας. Η κοινωνία που αγοράζει και πουλάει τον πόνο και την βία και μάλιστα με υψηλή κερδοφορία, αναρωτιέται γιατί υπάρχουν διάχυτα γύρω της.
Αν το παραδεχθεί, θα έχει κάνει το πρώτο βήμα για να «λύσει» το πρόβλημα, αν όντως την πειράζει. Ή να το αποδεχθεί, ή να το αλλάξει.
Η κοινωνία, εν μέρει με τις δικές της επιλογές αλλά κυρίως μέσω των επιλογών των «κρατούντων» και μέσω της εξιδανίκευσης και διαφημιστικής προβολής της ορθότητας και «προοδευτικότητας» των μεθόδων, επεδίωξε την ανασφάλεια και τον γρήγορο ρυθμό ανάπτυξης και σήμερα ζει τις «παράπλευρες συνέπειες» αυτής της ίδιας της επιδίωξης της και, μέσα από τον υποτιθέμενο προοδευτισμό της, απαιτεί εντελώς συντηρητικά την διατήρηση της νεοεγκαθιδρυμένης θρησκείας και του παρόντος μοντέλου με μέτρα «άρσης των συνεπειών», αφήνοντας όμως τις αιτίες ανέγγιχτες. Μέσω του ανταγωνιστικού μηχανισμού της ώθησε στην περιθωριοποίηση και απαξίωσε κάθε άλλο «πιστεύω», οδήγησε τα μέλη της σε έναν αγώνα άγριο και βίαιο, χωρίς ουσιαστικούς κανόνες και χωρίς περιθώρια επιλογής. Μόνο που ξαφνικά συνειδητοποίησε πως δεν της αρέσει η έκφραση της βίας αυτής και κλυδωνίζεται ανάμεσα στην εύθραυστη συντήρηση του σχήματος και στην μεταβολή του σε κάτι νέο. Μόνο που τα γεγονότα πάντα προφταίνουν και ξεπερνούν τις κοντόφθαλμες ενέργειες.
Πρόοδος δεν είναι η στοχευμένη ανάπτυξη αλλά η συνολική βελτίωση. Βελτίωση η οποία τελικά θα επέλθει, και στο μέλλον θα καταδικάσει ως συντηρητικές τις δήθεν προοδευτικές δυνάμεις της «τήρησης και διατήρησης του σύγχρονου και προοδευτικού μοντέλου ανάπτυξης», ενώ στη συνέχεια, με τη σειρά της, θα αλωθεί από τον συντηρητισμό της πίστης στην ορθότητά της. Γιατί τα πάντα ρέουν και αλλάζουν, όπως και σήμερα τα πράγματα δεν είναι όπως ήταν πριν από μερικά χρόνια.
Στο ρευστό αυτό σκηνικό τελικά μεγαλύτερη αξία έχουν οι αξίες και οι μηχανισμοί που τις εξυπηρετούν, όχι οι μέθοδοι αυτές καθ’ εαυτές. Η βελτίωση περνάει μέσα από τη νουθεσία και την παιδεία και όχι μέσα από την εκ των υστέρων τιμωρία. Ένας πατέρας που τιμωρεί αντί να νουθετεί το παιδί του αδυνατεί να επιτύχει την άνδρωσή του. Και ήδη έχει δειχθεί σε πολλές περιπτώσεις πως τα «κατασταλτικού» και «εκφοβιστικού» τύπου μέτρα δεν αποδίδουν.
Όσο για το αίσθημα της ανασφάλειας, ανάλογα με το από πού πηγάζει αυτό και κατά πόσο καλλιεργείται και επιδιώκεται, θα υπάρχει στο σύνολο, ή μόνο σε ατομικό επίπεδο. Βέβαια οι πιθανότητες εξάλειψής του από την κοινωνία είναι μικρές γιατί ο άνθρωπος που δεν φοβάται είναι άνθρωπος ελεύθερος.
Όσο πάντως η ανασφάλεια θα αποτελεί «εργαλείο» της κοινωνίας θα είναι και πανταχού παρούσα και θα λαμβάνει κάθε δυνατή μορφή.